English French German Spain Italian Dutch Russian Portuguese Japanese Korean Arabic Chinese Simplified

.

Θάνατοι άξιοι να πενθηθούν και ζωές άξιες να βιωθούν

www.tips-fb.com

Με αφορμή τον θάνατο του Αφγανού εφήβου στα Πατήσια
Οι έρευνες της αστυνομίας γύρω από την έκρηξη της βόμβας στα Πατήσια δεν κατάφεραν μέχρι στιγμής να διευκρινίσουν ποιοι μπορεί να είναι οι υπεύθυνοι. Η αστυνομία επιμένει να προσπαθεί να αποδώσει τη συγκεκριμένη πράξη τρομοκρατίας στους “Πυρήνες της φωτιάς”, παρ’ όλο που οι ίδιοι αρνήθηκαν με προκήρυξή τους κάθε σχέση με αυτό το χτύπημα.


Η ακροδεξιά τρομοκρατία
Φαίνεται ότι η αστυνομία (τουλάχιστον απ’ ο,τι αφήνει να διαρρεύσει στον τύπο) δεν εξετάζει στα σοβαρά την περίπτωση να πρόκειται για τυφλό χτύπημα κάποιας ακροδεξιάς οργάνωσης, παρ’ όλο που υπήρξε ανάληψη ευθύνης απ’ αυτή την πλευρά και κυρίως, παρ’ όλο που το τελευταίο διάστημα υπάρχουν πολλές επιθέσεις τέτοιου τύπου από ακροδεξιούς. Το χαρακτηριστικό αυτών των επιθέσεων είναι ότι πρόκειται για τυφλά χτυπήματα, που πραγματοποιούνται δηλαδή με αδιαφορία για το αν υπάρξουν θύματα, ή ακόμα χειρότερα με πρόθεση να υπάρξουν ανθρώπινα θύματα. Η πιο χαρακτηριστική από αυτή την άποψη ήταν η επίθεση με χειροβομβίδα εναντίον του Δικτύου, πέρσι μετά τον Δεκέμβρη, κατά την οποία οι δράστες επιδίωξαν να σκοτώσουν όλους όσοι βρίσκονταν εκείνη τη στιγμή μέσα στο κτίριο. Αλλά δεν είναι η μοναδική. Μόνο το 2009 έχουν γίνει 47 ακροδεξιές επιθέσεις σε άτομα ή χώρους. Οι πιο σημαντικές είναι:
5 Ιουλίου: Νυχτερινή βομβιστική επίθεση (πυροσωλήνας με μπαρούτι) κατά του αριστερού στεκιού “Σφεντόνα” της φοιτητικής παράταξης “Αγωνιστικές Κινήσεις”, στο κέντρο της Θεσσαλονίκης.
25 Ιουλίου: Έκρηξη εμπρηστικού μηχανισμού (γκαζάκια) στην κατάληψη ΥΦΑΝΕΤ, στη Θεσσαλονίκη (5 π.μ.).
24 Νοεμβρίου: Έκρηξη ισχυρής βόμβας στον ελεύθερο κοινωνικό χώρο Buena Ventura της Αντιεξουσιαστικής Κίνησης Θεσσαλονίκης.
16 Δεκεμβρίου: Εμπρηστική επίθεση στο Κοινωνικό Στέκι – Στέκι Μεταναστών στα Χανιά (7 π.μ.).
18 Δεκεμβρίου: Έκρηξη εμπρηστικού μηχανισμού (γκαζάκια) στην κατάληψη του Βοτανικού Κήπου, στην Πετρούπολη».
(Καταγραφή από τον Ιό, «Χρονικό της Φασιστικής Βίας το 2009», Ελευθεροτυπία, 3/1/2010, http://www.iospress.gr/ios2010/ios20100103.htm).
Εκτός όμως από τις παραπάνω επιθέσεις, οι οποίες παρουσιάζουν ομοιότητες με την τελευταία επίθεση στα Πατήσια, υπάρχουν άλλες 40 περίπου πράξεις ακροδεξιάς, ρατσιστικής βίας εναντίον ανθρώπων (μεταναστών, αντιεξουσιαστών, αριστερών), κάποιες από τις οποίες θα μπορούσαν να είναι θανατηφόρες, καθώς και επιθέσεις σε χώρους στους οποίους αναπτύσσονται δραστηριότητες ομάδων του κινήματος ή μεταναστών. Και βέβαια οι τρομοκρατικές ενέργειες από ακροδεξιές ομάδες συνεχίστηκαν και το 2010.
Οι επιθέσεις αυτές θυμίζουν τα τυφλά χτυπήματα που πραγματοποιήθηκαν στην Ιταλία στα τέλη της δεκαετίας του ’60 και στις αρχές της δεκαετίας του ’70. Η πιο γνωστή από αυτές τις ενέργειες ακροδεξιάς βίας είναι το τυφλό χτύπημα στην Piazza Fontana του Μιλάνου, όπου σκοτώθηκαν 16 άνθρωποι και τραυματίστηκαν 88. Στα επόμενα χρόνια ακολούθησαν κι άλλες πολύνεκρες επιθέσεις από ακροδεξιές-νεοφασιστικές ομάδες (σε πλατείες και σε δημόσιους χώρους, εκτροχιασμός τρένου κτλ), οι οποίες, όπως υπολογίζεται, στοίχισαν τη ζωή σε 63 ανθρώπους και τραυμάτισαν εκατοντάδες (Milza Pierre, Οι μελανοχίτωνες της Ευρώπης. Η ευρωπαϊκή ακροδεξιά από το 1945 μέχρι σήμερα, Scripta 2004, σελ. 176, 177). Η ιταλική αστυνομία είχε ενοχοποιήσει αρχικά τον αντιεξουσιαστικό χώρο, (ένας αναρχικός είχε δολοφονηθεί στα χέρια της αστυνομίας). Στη συνέχεια αποδείχτηκε, ότι αυτές οι επιθέσεις, όχι μόνο ήταν έργο της άκρας δεξιάς, αλλά και ότι σχετίζονταν μ’ αυτές και κομμάτια του κρατικού μηχανισμού, τα οποία σχεδίαζαν σενάρια πραξικοπήματος για να απαντήσουν στην άνοδο του εργατικού κινήματος και της αριστεράς, μετά το Καυτό Φθινόπωρο.
Η ακροδεξιά βία στην Ελλάδα έχει την (προ)ιστορία της. Μετά την ανατροπή της χούντας, κομμάτια του χουντικού κρατικού μηχανισμού συσπειρώθηκαν προσπαθώντας να εμποδίσουν την (λειψή ούτως ή άλλως) αποχουντοποίηση, ακόμα και να διαμορφώσουν τις προϋποθέσεις ενός νέου πραξικοπήματος. Μετά την αποτυχημένη απόπειρα πραξικοπήματος από Ιωαννιδικούς τον Φεβρουάριο του ’75 (το «πραξικόπημα της πιτζάμας») ο χώρος αυτός διασπάστηκε σε ομάδες και οργανώσεις οι οποίες επιδίδονταν σε τυφλές βομβιστικές επιθέσεις, πολλές φορές αιματηρές.
Αντιγράφουμε τις πιο σημαντικές επιθέσεις από σχετικό άρθρο του Ιού («Οι γιάφκες του Καραμανλή», Ελευθεροτυπία, 29/9/2002, http://www.iospress.gr/ios2002/ios20020929a.htm):
«Η ξεχασμένη τρομοκρατία
26.1.1975: Επιδρομή ναζιστών της οργάνωσης “Νέα Τάξη” στο ΕΜΠ και μαχαίρωμα του φοιτητή Β. Γεωργιάδη.
16.2.1976: Βόμβα σε γραφεία του ΚΚΕ Εσωτερικού (οδός Θεσ/νίκης).
24.3.1976: Ρίψη χειροβομβίδας σε βιβλιοπωλείο της Αθήνας και δυναμίτη σε γραφεία του ΚΚΕ στον Κορυδαλλό.
14.9.1976: Ανακάλυψη οπλοστασίου στα χέρια απόστρατων στελεχών της ιωαννιδικής χούντας, στη Θεσ/νίκη.
16.12.1976: Μαζικοί τραυματισμοί δημοσιογράφων από χουντικούς στην κηδεία του Μάλλιου, σε συνεργασία με “αγανακτισμένους” αστυνομικούς.
24.12.1976: Έκρηξη βόμβας της Εθνικής Σοσιαλιστικής Οργάνωσης Πανελλήνων (ΕΣΟΠ) σε γραφεία του ΚΚΕ.
24.1.1977: Επιστολή-βόμβα της ΕΣΟΠ στην εφημερίδα “Αυγή”.
4.2.1977: Έκρηξη βόμβας σε βιβλιοπωλείο της Ασκληπιού, που πουλούσε βιβλία, δίσκους και είδη λαϊκής τέχνης από τη Βουλγαρία.
5.2.1977: Τρεις εκρήξεις βομβών στα γραφεία του ΕΚΚΕ στα Εξάρχεια, του ΚΚΕ στην Καισαριανή και του ΚΚΕ Εσωτ. στα Πετράλωνα.
11.2.1977: Βόμβα στο βιβλιοπωλείο “Πλανήτης”, στην Ασκληπιού. Είχε “προαναγγελθεί”, την προηγουμένη, από τον 20χρονο νεοφασίστα Αργ. Κακκαβά.
19.2.1977: Έκρηξη ισχυρής βόμβας στα γραφεία της Πολιτιστικής Λέσχης Παγκρατίου. [...]
4.3.1977: Βόμβα της ΕΣΟΠ σε γραφεία του ΚΚΕ Εσ. “Τα Νέα”. [...]
22.3.1977: Έκρηξη βόμβας καταστρέφει το Ι.Χ. του γεν. γραμματέα της ΕΣΔΗΝ, Δ. Ξυριτάκη, στην Αλεξάνδρας.
30.5.1977: Σύλληψη του εν ενεργεία ανθυπίλαρχου Γ. Διαμαντή για ρίψη χειροβομβίδας σε βιβλιοπωλείο με βουλγαρικά βιβλία στην Ασκληπιού. Πρωτόδικα θα καταδικαστεί (10.8.77) σε κάθειρξη 8 χρόνων, που το Εφετείο θα μειώσει σε 5 χρόνια (8.2.78). [...]
9.10.1977: Έκρηξη βόμβας σε γραφεία της ΚΝΕ στα Πετράλωνα.
16.10.1977: Εμπρησμός των γραφείων της “Αυγή” από νεοφασίστες.
5.3.1978: Έκρηξη βόμβας στα γραφεία του περιοδικού “Αντί”.
6.3.1978: Έκρηξη βόμβας στα γραφεία του ΚΚΕ Εσωτ. στη Ν. Φιλαδέλφεια.
10.3.1978: Έκρηξη βόμβας στον κινηματογράφο “Έλλη”, κατά τη διάρκεια της προβολής της σοβιετικής ταινίας “Ουράνιο Τόξο”. 18 θεατές τραυματίες, απ’ τους οποίους οι 3 πολύ σοβαρά.
20.6.1978: Έκρηξη βόμβας στον κινηματογράφο “Ρεξ”, κατά τη διάρκεια της προβολής σοβιετικής ταινίας. 15 θεατές τραυματίες.
23.7.1978: 13 αλυσιδωτές εκρήξεις βομβών σε Αθήνα-Πειραιά, στην 4η επέτειο της Μεταπολίτευσης. [...]
6.8.1978: Αλλες 12 εκρήξεις βομβών σε Αθήνα και Πειραιά μέσα σε μιάμιση ώρα.
18.10.1978: Τέσσερις διαδοχικές εκρήξεις βομβών στα δικαστήρια και σε καταστήματα που πουλάνε σοβιετικά προϊόντα.
17.12.1978: 39 εκρήξεις βομβών σε Αθήνα – Πειραιά, ως “μνημόσυνο” για τον βασανιστή Μάλλιο. Τραυματίες 7 περαστικοί. [...]».


Το κράτος προσπάθησε να υποβαθμίσει αυτές τις επιθέσεις υποστηρίζοντας ότι ο κίνδυνος προέρχονταν από τη δράση των (νομίμως δρώντων) οργανώσεων της αριστεράς και της άκρας αριστεράς.
Βέβαια η πολιτική χρεωκοπία του ακροδεξιού χώρου σε συνδυασμό με τις προσπάθειες πολιτικής «εξομάλυνσης», ανάγκασε το κράτος να πάρει μέτρα εναντίον αυτών των ομάδων. Αυτό που έχει όμως σημασία, είναι ότι αυτές οι ακροδεξιές-νεοφασιστικές οργανώσεις σχετίζονταν με τμήματα του κρατικού μηχανισμού, ο οποίος είχε συγκροτηθεί από την περίοδο του εμφυλίου για να αντιμετωπίσει τον «κομμουνιστικό κίνδυνο» (ή ακόμα και πιο πίσω, από την περίοδο της μεταξικής δικτατορίας). Αυτό το «παρακράτος», όπως συχνά ονομάζεται, την περίοδο της χούντας επέκτεινε τη δράση του μέχρι τη συνεργασία με τις ιταλικές νεοφασιστικές οργανώσεις και μετά τη χούντα προσπάθησε να αναπαράγει στην Ελλάδα τις συνθήκες τρομοκρατίας που είχαν επικρατήσει στην Ιταλία μετά το Καυτό Φθινόπωρο. Ένα μεγάλο κομμάτι αυτού του ακροδεξιού τρομοκρατικού δυναμικού (χουντικοί, νεοφασίστες, μοναρχικοί) παρέμεινε ασύλληπτο και ουσιαστικά ελεύθερο να επιδοθεί, κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του ’80, σε προσπάθειες συντήρησης ή και ανάκαμψης του ακροδεξιού χώρου.
Οι κατάλληλες συνθήκες για την πολιτική ανάκαμψη και την οργανωτική ανασυγκρότηση της ακροδεξιάς διαμορφώθηκαν την περίοδο της κυβέρνησης του Μητσοτάκη το 1991-1993. Το κλίμα σωβινισμού που ξέσπασε εκείνη την εποχή με αφορμή το Μακεδονικό, νομιμοποίησε τον πολιτικό λόγο και τις ενέργειες των ακροδεξιών ομάδων, πολλές από τις οποίες συγκροτήθηκαν ad hoc, ενώ άλλες, που υπήρχαν από τα προηγούμενα χρόνια, αναβάθμισαν την παρουσία τους. Οι σχέσεις τους με μηχανισμούς του κράτους έχει πολλές φορές επισημανθεί. Η ίδια η κυβέρνηση της ΝΔ ενίσχυσε ακροδεξιές ομάδες και έντυπα, τόσο στο εσωτερικό της, όσο και έξω από αυτήν, σε μία προσπάθεια που αποσκοπούσε όχι μόνο στην εκλογική συσπείρωση του ακροδεξιού χώρου στις γραμμές της, αλλά και στη διάδοση του εθνικιστικού και ρατσιστικού λόγου καθώς επίσης και στην δυναμική αντιμετώπιση νεολαιίστικων κινημάτων με τις ομάδες “αγανακτισμένων πολιτών” που εμφανίζονταν στο πλάι της αστυνομίας, για να κάνουν τη δουλειά που δεν θεωρούνταν σκόπιμο να χρεωθεί η αστυνομία και η κυβέρνηση.
Ο σωβινισμός και ο ρατσισμός που καλλιεργήθηκαν από τις κυβερνήσεις της δεκαετίας του ’90 (και του ΠΑΣΟΚ μετά τη ΝΔ) νομιμοποίησαν τον ακροδεξιό πολιτικό λόγο, σε τέτοιο βαθμό, ώστε στις αρχές της δεκαετίας του 2000, η ακροδεξιά στην Ελλάδα να μπορεί να διεκδικήσει επιτυχώς ανεξάρτητη εκλογική καταγραφή και πολιτική παρουσία στο κεντρικό πολιτικό σκηνικό. Το κεντρικό ζήτημα γύρω από το οποίο συγκροτήθηκε ο ακροδεξιός χώρος στη δεκαετία του 2000, ήταν η “αντιμετώπιση” της παρουσίας των μεταναστών. Οι κυβερνήσεις του ΠΑΣΟΚ και της ΝΔ αντιμετώπισαν τους μετανάστες ως ένα πρόβλημα, για το οποίο το ΛΑΟΣ εμφανιζόταν να έχει μία λύση. Άλλες ομάδες του ακροδεξιού χώρου ανέλαβαν να εφαρμόσουν αυτή τη λύση, στα πλαίσια των δυνατοτήτων τους.
Τα τελευταία τρία χρόνια η δράση αυτών των ομάδων έχει κορυφωθεί και σ’ αυτό έχουν συντελέσει τέσσερις βασικοί παράγοντες:
Η αύξηση της νεολαιίστικης ριζοσπαστικοποίησης που κορυφώθηκε με την εξέγερση του Δεκέμβρη, ώθησε στην αναβάθμιση των σχέσεων των δυνάμεων καταστολής με ακροδεξιές-νεοφασιστικές οργανώσεις (κυρίως συσπειρωμένες γύρω από την Χρυσή Αυγή). Η συνεργασία αυτή πήρε στις αρχές του 2008 την καθαρή μορφή της ανοιχτής στήριξης της δράσης της Χρυσής Αυγής από τον κρατικό κατασταλτικό μηχανισμό, για να ολοκληρωθεί, κατά τη διάρκεια της εξέγερσης του Δεκέμβρη με την μορφή των ομάδων των “αγανακτισμένων πολιτών” που βοηθούσαν στο έργο της αστυνομίας εναντίον των διαδηλωτών (η πιο χαρακτηριστική αλλά όχι η μοναδική περίπτωση είναι της Πάτρας). Οι ομάδες αυτές ανέλαβαν (πριν την εξέγερση, κατά την διάρκειά της και πολύ περισσότερο μετά) να κάνουν αυτό που δεν θα μπορούσε να κάνει η αστυνομία, χωρίς “πολιτικό κόστος”: επιθέσεις εναντίον ανθρώπων και χώρων (καταλήψεων, στεκιών κτλ).
Η οικονομική κρίση έχει καταστήσει επιτακτική την ανάγκη της άρχουσας τάξης να καταστείλει τις αντιδράσεις στην επίθεσή της (πρώτα και κύρια της νεολαιίστικης αμφισβήτησης) και ταυτόχρονα να δημιουργήσει αποδιοπομπαίους τράγους, στους οποίους να επιρρίψει τις ευθύνες για τις συνέπειες της κρίσης (μετανάστες). Ο χώρος της ακροδεξιάς διεκδικεί να ικανοποιήσει αυτή την ανάγκη της άρχουσας τάξης, τόσο στο επίπεδο της ιδεολογίας, όσο και στο επίπεδο της οργανωμένης δράσης. Η παρουσία της ακροδεξιάς λογοδοτεί σε μία αντικειμενική ανάγκη του συστήματος.



Η ανοιχτή υποστήριξη που δέχτηκαν οι κυβερνήσεις της ΝΔ χτες και του ΠΑΣΟΚ σήμερα από το ΛΑΟΣ, για να εφαρμόσουν την πολιτική τους, έχει και ένα άλλο αποτέλεσμα, πέρα από την πολιτική νομιμοποίηση της ακροδεξιάς πολιτικής: τα κυβερνώντα κόμματα κεθίστανται έτσι (και με την απουσία σοβαρής πολιτικής πιέσεις τους από την αριστερά) δεκτικά σε πιέσεις από την ακροδεξιά. Η πολιτική του ΛΑΟΣ μπορεί έτσι να διαμορφώνει την επίσημη πολιτική ατζέντα, τουλάχιστον όσον αφορά σε ζητήματα μεταναστών και καταστολής.
Ο τέταρτος παράγοντας που συντέλεσε στην αναβάθμιση της ακροδεξιάς είναι η δράση που ανέλαβε εντός και εκτός κοινοβουλίου, σε επίπεδο επίσημων πολιτικών πρωτοβουλιών και σε επίπεδο δρόμου και γειτονιάς, σε σχέση με τους μετανάστες. Το περασμένο καλοκαίρι των πογκρόμ εναντίον των μεταναστών και η καμπάνια εναντίον της παροχής ιθαγένειας στους μετανάστες, είναι οι πιο χαρακτηριστικές περιπτώσεις αυτής της δραστηριοποίησης.
Αυτές είναι σε γενικές γραμμές οι συνθήκες και οι προϋποθέσεις για την ανάδειξη της ακροδεξιάς βίας τα τελευταία χρόνια. Τα θύματα αυτών των πράξεων τρομοκρατικής βίας είναι κατά κύριο λόγο μετανάστες και μέλη του κινήματος (κυρίως νεολαίοι). Η βία αυτή, η οποία συστηματικά υποτιμάται από τα ΜΜΕ, αλλά και από την κυβέρνηση και την δικαιοσύνη, αποτελεί πια ένα πολύ σοβαρό κίνδυνο για το κίνημα, ο οποίος στην περιφέρεια τείνει να πάρει ακόμα πιο σοβαρές διαστάσεις (από τις περιπτώσεις που καταγράφει ο Ιός, οι μισές δεν έχουν γίνει στην Αθήνα, αλλά σε διάφορες άλλες πόλεις).


Εν ονόματι του κινήματος(;)
Όσον αφορά στην πρόσφατη επίθεση στα Πατήσια, οι έρευνες δεν έχουν καταλήξει ακόμα με βεβαιότητα στα πολιτικά χαρακτηριστικά των ανθρώπων που φέρουν την ευθύνη. Παρά τις βιαστικές ανακοινώσεις της κυβέρνησης και της αστυνομίας, το ενδεχόμενο να πρόκειται για ακροδεξιό χτύπημα, είναι υπαρκτό. Όπως όμως και το ενδεχόμενο να πρόκειται για “κακά σχεδιασμένη” επίθεση κάποιας ομάδας της “άλλης πλευράς”.
Τα τελευταία χρόνια μια σειρά από τρομοκρατικές ενέργειες έχουν αναληφθεί από ή έχουν αποδοθεί σε ομάδες, οι οποίες τοποθετούν τους εαυτούς τους στο χώρο του κινήματος αμφισβήτησης του καπιταλισμού και ακόμα διεκδικούν το ρόλο της πρωτοπορίας αυτού του κινήματος.
Δεν θα σχολιάσουμε εδώ την ιδεολογία που αναδεικνύεται μέσα από τα κείμενα με τα οποία αυτές οι οργανώσεις αναλαμβάνουν την ευθύνη αυτών των επιθέσεων (πρέπει πάντως να τονίσουμε, ότι διαπνέονται από έναν ισχυρό ατομικισμό, μία υποτίμηση των συλλογικών δράσεων του κινήματος και μία αντίληψη υποκατάστασης: εμείς θα σας σώσουμε γιατί εσείς είστε ανίκανοι ή συμβιβασμένοι). Δεν θα ασχοληθούμε επίσης με τις καταστροφικές συνέπειες που συνήθως έχουν τέτοιες ενέργειες για το πραγματικό κίνημα (ένταση της αστυνομικής καταστολής, τρομονόμοι κτλ,). Αυτό που μας ενδιαφέρει εδώ, είναι ότι πέρα από τα ιδεολογικά επιχειρήματα που επικαλούνται, υπάρχει ένα κοινό στοιχείο στη λογική όλων αυτών των ομάδων, με το οποίο νοηματοδοτείται η δράση τους. Η ίδια η πράξη αποσυνδέεται από κάθε συγκεκριμένο σκοπό, δεν γίνεται για την επίτευξη ενός συγκεκριμένου στόχου του κινήματος, δεν γίνεται για να συμβάλλει στην δικαίωση κάποιου αιτήματος των καταπιεσμένων. Η πράξη περικλείει θα λέγαμε το σκοπό της και γι’ αυτό, όσο πιο θεαματική είναι, τόσο περισσότερο (υποτίθεται ότι) αποκαλύπτεται ο σκοπός της πράξης και καθίσταται ορατός ακόμα και στους πιο αδαείς. Η πράξη λογοδοτεί σε όρους θεάματος και όχι στους όρους οποιασδήποτε αναγκαιότητας του κινήματος.
Η επίθεση στα Πατήσια έδειξε τα τραγικά όρια αυτή της μιντιακής λογικής. Όχι επειδή μπορεί αυτή η επίθεση να αποδοθεί με βεβαιότητα σε κάποια από τις ομάδες που τοποθετούν τους εαυτούς τους στον αντικαπιταλιστικό χώρο, αλλά ακριβώς εξαιτίας αυτής της αβεβαιότητας. Το γεγονός ότι (έστω και υποθετικά) θα μπορούσε να πρόκειται για μία επίθεση σχεδιασμένη με τρόπο εγκληματικά ανεύθυνο από κάποια από αυτές τις ομάδες, αλλά ταυτόχρονα θα μπορούσε να αποδοθεί και σε κάποια ακροδεξιά ομάδα, επί της ουσίας καταργεί (στο επίπεδο του θεάματος στο οποίο αποσκοπεί η πράξη) τα πολιτικά όρια μεταξύ αυτών των δύο πολιτικών χώρων. Εάν, σύμφωνα με την δικιά τους λογική, η θεαματική πράξη μπορεί από μόνη της, ανεξάρτητα από τους πραγματικούς κινηματικούς σκοπούς των πραγματικών κινηματικών υποκειμένων, να καθίσταται πολιτικά διαφανής, τότε σε αυτή την περίπτωση έχουμε τα ακριβώς αντίθετα αποτελέσματα. Το συγκεκριμένο “θεαματικό” γεγονός μπορεί να ερμηνευτεί ταυτοχρόνως, τόσο ως ακροδεξιό (εναντίον μεταναστών), όσο και ως “αντικαπιταλιστικό” χτύπημα (με “παράπλευρη απώλεια” τη ζωή ενός πρόσφυγα).


Δημόσιο πένθος και κατάσταση εξαίρεσης
Ο θάνατος του Αφγανού εφήβου επανέφερε στο δημόσιο λόγο το ζήτημα της αξίας της ανθρώπινης ζωής. Τα ερωτήματα: Πότε μια ζωή αξίζει; Πότε ένας θάνατος είναι άξιος να πενθηθεί; Αξίζει μια ζωή περισσότερο από μια άλλη ή ένας θάνατος μπορεί να προκαλέσει περισσότερο πένθος από έναν άλλο; Οι απαντήσεις σ’ αυτά τα ερωτήματα τείνουν να θεωρούνται αυτονόητες, αλλά αρκεί να θέσει κανείς τα ερωτήματα για να αμφισβητηθεί το αυτονόητο των απαντήσεών τους. Για να είμαστε ακριβείς, τα ερωτήματα αυτά δεν ετέθησαν στους δημόσιους λόγους που συνόδευσαν τις αφηγήσεις της τραγωδίας της αφγανικής οικογένειας. Απλώς η ομοιογένεια και η στερεότητα αυτών των αφηγήσεων υποσκάφτηκε από την γρήγορη υποχώρησή τους, από τη στιγμή που άρχισε να διαφαίνεται ότι η συγκεκριμένη επίθεση δεν μπορεί να αξιοποιηθεί τόσο εύκολα από τον προπαγανδιστικό μηχανισμό. Υποσκάφτηκε επίσης από τον χοντροκομμένο τρόπο με τον οποίο επιχειρήθηκε να διαμορφωθούν συνθήκες συναισθηματικής ταύτισης με το δράμα κάποιων ανθρώπων, για τους οποίους ο προπαγανδιστικός μηχανισμός τα προηγούμενα χρόνια κατασκεύασε μια δαιμονική εικόνα. Αυτές είναι οι αιτίες για το ρήγμα που εμφανίστηκε στο δημόσιο λόγο ο οποίος καλούσε τους “Έλληνες πολίτες” να θρηνήσουν τα θύματα της τρομοκρατίας. Μέσα από αυτό το ρήγμα εμφανίστηκαν για μια στιγμή τα ερωτήματα για την ανθρώπινη ζωή και για το πένθος της απώλειάς της.
Εύκολα θα μπορούσε να παρατηρήσει κανείς την υποκρισία που (δεν) κρύβεται σ’ αυτούς τους λόγους, όμως ο σοβαρότερος κίνδυνος δεν είναι η υποκρισία, αλλά η βία που (ανα)παράγεται με αυτόν τον τρόπο, δηλαδή η προσπάθεια της εξουσίας να διαμορφώσει έναν μηχανισμό βίαιης επιβολής της. Βασικό άξονα αυτής της προσπάθειας αποτέλεσε η ανάδειξη των συναισθημάτων πένθους που προκάλεσε η απώλεια της ζωής του εφήβου, σε δημόσιο πένθος. Πολιτικοί λόγοι και κυβερνητικές πράξεις (βοήθεια του κράτους προς την πληγείσα οικογένεια), ρεπορτάζ, άρθρα και τηλεοπτικές αφηγήσεις κατασκεύασαν την μορφή που θα έπρεπε να πάρουν οι τελετουργίες με τις οποίες όφειλε να εκφραστεί αυτό το κοινό πένθος.
Αλλά πριν απ’ όλα έπρεπε να κατασκευαστεί η ζωή του Αφγανού εφήβου, έτσι ώστε να είναι μια ζωή η οποία αξίζει να πενθηθεί δημοσίως. Εκατοντάδες μετανάστες (πολλοί, κάποιοι, απ’ αυτούς είναι Αφγανοί) έχουν διαμελιστεί στα ναρκοπέδια, έχουν πνιγεί στο Αιγαίο, έχουν πυροβοληθεί από συνοριοφύλακες ή αστυνομικούς. Όλοι αυτοί είναι κάποιοι ανώνυμοι νεκροί (συνήθως θάβονται και χωρίς όνομα), οι οποίοι μόνο ως στοιχεία μιας στατιστικής φτάνουν να απασχολήσουν το δημόσιο λόγο. Ο θάνατός τους έχει δικαιολογηθεί πριν ακόμα συμβεί. Ακόμα και το πένθος γι’ αυτούς τους θανάτους, δεν μπορεί να αφορά παρά μόνο ένα φαινόμενο, μια γενικότητα. Λυπούμαστε γιατί “τόσοι” άνθρωποι έχουν πεθάνει, δεν μπορούμε όμως να αισθανθούμε πένθος για τον θάνατο κάποιων συγκεκριμένων ανθρώπων, δεν υπάρχουν αυτοί οι συγκεκριμένοι άνθρωποι. Όμως ακόμα χειρότερα, ο δημόσιος λόγος γι’ αυτούς τους θανάτους αρθρώνεται με έναν τέτοιο τρόπο, ώστε να απαγορεύει το πένθος τους. Είναι θάνατοι δικαιολογημένοι, άρα απαραίτητοι να συμβούν (για τα “εθνικά μας συμφέροντα”) και ως εκ τούτου κάθε εκδήλωση πένθους θα ήταν τουλάχιστον απρέπεια. Έτσι λοιπόν ο δημόσιος λόγος κατασκευάζει κάποιες ζωές (τις ζωές των μεταναστών) ως ζωές που δεν αξίζουν να βιωθούν, με βάση τις δικές “μας” αξίες και τα δικά “μας” συμφέροντα. Η ζωή αναδεικνύεται ως εθνική ζωή, από την οποία κάποιοι αποκλείονται (προκειμένου να μπορέσουμε “εμείς” να βιώσουμε, να απολαύσουμε αυτή τη ζωή) και άρα περιέρχονται στην κατάσταση κατά την οποία ο θάνατός τους δεν είναι ακριβώς θάνατος, με τον τρόπο που μπορεί να πεθάνει κάποιος από “εμάς” και με τον τρόπο που ο θάνατος κάποιου “δικού μας” μπορεί να “μας” προκαλέσει θλίψη.
Είναι δύσκολο, μέσα από αυτή τη μάζα ανθρώπων που βιώνουν μια ζωή γυμνή από κάθε προστατευτικό περίβλημα και πεθαίνουν χωρίς να πενθηθούν, να αναδείξει κανείς μια ζωή άξια να πενθηθεί στην απώλειά της. Πρώτ’ απ’ όλα, θα πρέπει να αποδειχτεί ότι αυτή η ζωή ήταν άξια να βιωθεί. Αυτό επιχείρησε να κάνει ο δημόσιος λόγος μιλώντας για τον θάνατο του Αφγανού εφήβου. Κατ’ αρχάς επιχείρησε να τον παρουσιάσει ως άτομο που είχε μια ζωή, μια δικιά του ζωή, ατομική και ενδεχομένως κάπως διαφορετική από τη ζωή μιας μάζας ανθρώπων, των οποίων η ζωή εξακολουθεί να μην αξίζει (για τα “συμφέροντά μας”) να βιωθεί. Ο μικρός απέκτησε επίθετο, όνομα και χαϊδευτικό του ονόματός του. Μάθαμε πώς τον φώναζε η οικογένειά του και οι φίλοι του. Μάθαμε επίσης τα ονόματά των υπόλοιπων μελών της οικογένειάς του. Μάθαμε την ιστορία της οικογένειάς του και σχεδόν του κάθε μέλους της ξεχωριστά. Μάθαμε τι έκαναν πριν από πολλά χρόνια στο Αφγανιστάν, αλλά και τις επιθυμίες τους, αυτά τα οποία τους συγκινούσαν, τα προβλήματά τους. Έτσι ο νεκρός ήρθε πολύ κοντά μας, έγινε δικός μας νεκρός και μπορέσαμε να αισθανθούμε πένθος για τον θάνατό του. Δεν ήταν πια μια επικίνδυνη και δαιμονική μορφή (ο “λαθρομετανάστης”) αλλά ένας “δικός μας”. Ο μικρός Αφγανός έγινε μετά τον θάνατό του και εξαιτίας του θανάτου του, Έλληνας πολίτης. Δεν πρόκειται απλώς για ένα μεταφορικό σχήμα, αλλά για κάτι αρκετά πραγματικό. Κατ’ αρχάς η οικογένειά του απέκτησε δικαιώματα παραμονής στην Ελλάδα (απέναντι σ’ αυτή την απόφαση φυσικά δεν μπορούμε να διαφωνήσουμε, αλλά να απαιτήσουμε να αποκτήσουν πολιτικά δικαιώματα όλες οι οικογένειες των προσφύγων και των μεταναστών). Το πιο ενδεικτικό όμως αυτής της μακάβριας λογικής για την απόδοση πολιτικών δικαιωμάτων, είναι οι δηλώσεις των αρμοδίων πολιτικών της κυβέρνησης και της αξιωματικής αντιπολίτευσης. Ο Χρυσοχοΐδης (“υπουργός Προστασίας του Πολίτη”) είπε ότι: «Αυτοί οι δολοφόνοι μας θεωρούν όλους εχθρούς τους, είτε πρόκειται για αστυνομικό είτε πρόκειται για μετανάστη είτε για οποιονδήποτε πολίτη [η υπογράμμιση δική μου, Κώστας Κ.]. Αυτοί οι δολοφόνοι είναι απέναντι στην ελληνική κοινωνία. Σύσσωμη η ελληνική κοινωνία είναι απέναντί τους γι’ αυτό είναι χρέος μας να συλληφθούν και να οδηγηθούν στη Δικαιοσύνη» (Ελευθεροτυπία, 29-3-2010). Αυτή η φράση: “για οποιονδήποτε πολίτη” είναι τουλάχιστον παράξενη, όταν αναφέρεται κανείς στον θάνατο ενός ανθρώπου, του οποίου του στέρησαν κάθε νομική και πολιτική αναγνώριση όταν ζούσε. Δικαιολογείται και έχει νόημα μόνο στα πλαίσια μιας συλλογιστικής με την οποία ο νεκρός πολιτογραφείται Έλληνας, για να πενθηθεί ως Έλληνας. Δεν είναι τυχαίο εξάλλου, ότι στις τέσσερις γραμμές της δήλωσης, η φράση “ελληνική κοινωνία” εμφανίζεται δύο φορές. Καθίσταται έτσι σαφές ότι η κοινωνία (και η ζωή της) μπορεί να υπάρχει και να προσδιορίζεται μόνο με το επίθετο “ελληνική”. Αυτό είναι που προσδίδει την ιδιαίτερη αξία στις ζωές όσων ανήκουν σ’ αυτήν την κοινωνία.


Ο Δένδιας (“τομέαρχης Δημόσιας Τάξης της αξιωματικής αντιπολίτευσης”) ήταν πιο σαφής πάνω σ’ αυτό το ζήτημα. Δήλωσε ότι: “Όλα αυτά, δημιουργούν ένα πλαίσιο, που απειλεί το μοντέλο ζωής του Έλληνα. Του ανατρέπει τη δυνατότητα της επιβίωσης με τον τρόπο, που την ξέρουμε στις πόλεις της χώρας” (Ελευθεροτυπία, 29-3-2010). Υπάρχει λοιπόν ένα “μοντέλο ζωής”, ένας τρόπος να ζεις, άλλα και κάποιοι κανόνες για το πώς πρέπει να είναι μια “κανονική” ζωή, για να είναι ζωή “του Έλληνα”. Η δήλωση αυτή έγινε μετά τον θάνατο του μικρού Αφγανού, σαν πολιτικό σχόλιο σε σχέση με αυτόν τον θάνατο. Αυτή η αιτιακή εξάρτηση ενός “ελληνικού μοντέλου ζωής” με τον θάνατο ενός πρόσφυγα, μας αναγκάζει να αξιολογήσουμε αυτόν τον θάνατο με βάση τους κανόνες που συγκροτούν το ελληνικό μοντέλο ζωής και καθιστούν αυτή τη ζωή, ζωή άξια να βιωθεί και άξια να πενθηθεί στην απώλειά της.
Στο ρωμαϊκό δίκαιο υπήρχε μια στενή σχέση μεταξύ δύο φαινομενικά διαφορετικών πράξεων της εξουσίας: της κήρυξης δημόσιου πένθους και της κήρυξης κατάστασης εκτάκτου ανάγκης. Στην περίπτωση του δημοσίου πένθους, οι δύο καταστάσεις επικαλύπτονταν και η ανακήρυξη δημοσίου πένθους ταυτιζόταν με μία κατάσταση κατά την οποία οι κανόνες που όριζαν τη συμπεριφορά της εξουσίας και τις σχέσεις της με την κοινωνία αναστέλλονταν. Η εξουσία ήταν ελεύθερη, καταργώντας τους νόμους της, να ασκηθεί με τρόπο αυθαίρετο για την προστασία του κράτους.
Μπορούμε ίσως να κατανοήσουμε αυτή τη σχέση, μόνο αν προσεγγίσουμε την έννοια του δημόσιου πένθους, ως ενός συνόλου τελετουργιών που επιβάλλονται από την εξουσία για να πενθηθεί η απώλεια μίας ζωής, η οποία αποτελεί “μοντέλο”. Αποτελεί δηλαδή κανόνα για το πώς πρέπει να είναι μια ζωή, η οποία έχει αξία να βιωθεί. Άρα κάθε ανακήρυξη κατάστασης δημοσίου πένθους συνιστά πρώτα και κύρια μία προσπάθεια, να επαναπροσδιοριστούν αυτοί οι κανόνες με τους οποίους η ζωή αποκτάει αξία ως ζωή. Με τις τελετουργίες του δημόσιου πένθους επανασχεδιάζονται οι γραμμές που ορίζουν το πότε οι ζωές κάποιων ανθρώπων (και ποιων ανθρώπων) έχουν αξία, πότε οι θάνατοί τους είναι πενθήσιμοι, δηλαδή για ποιων ανθρώπων τους θανάτους αξίζει (και πρέπει) να πενθούμε. Αλλά πάνω απ’ όλα, μέσω αυτών των τελετουργιών η εξουσία επιβεβαιώνει το ρόλο της και αναπαράγεται, ως αυτή που ορίζει τη ζωή και το θάνατο σύμφωνα με τους δικούς της κανόνες. Διατυπώνει το δικαίωμά της, να μπορεί να αφαιρεί εκείνες τις ζωές, οι οποίες δεν ανταποκρίνονται στα κανονιστικά πρότυπα (διαμορφωμένα από την ίδια) με τα οποία μια ζωή αξιολογείται ως άξια να βιωθεί και άξια να πενθηθεί στην απώλειά της.
Ο δημόσιος θρήνος για τον θάνατο του μικρού Αφγανού, δηλαδή το πένθος για την απώλεια μιας ζωής, η οποία κατασκευάστηκε ως άξια να βιωθεί και να πενθηθεί στην απώλειά της και μόνο μετά την απώλειά της, εμπεριέχει την αξίωση της εξουσίας να εξοντώνει πρόσφυγες και μετανάστες στα σύνορα, στο Αιγαίο, στα στρατόπεδα συγκέντρωσης, τις φυλακές και τους χώρους εργασίας. Οι ζωές αυτών των ανθρώπων δεν μπορούν να ενταχθούν στα κανονιστικά μοντέλα της “ελληνικής κοινωνίας”, ή της “ζωής του Έλληνα” (έννοιες αμοιβαία εναλλάξιμες) και γι’ αυτό ο θάνατός τους δεν επιτρέπεται να πενθηθεί. Μόνο ως θύματα της τρομοκρατίας (όχι όμως της ακροδεξιάς τρομοκρατίας) μπορούν ενδεχομένως να αποκτήσουν μία “κανονική” ζωή, να γίνουν “σαν εμάς”, μετά θάνατον.
Αυτή η βία δεν στρέφεται μόνο εναντίον των μεταναστών και των προσφύγων, δηλαδή δεν αφορά μόνο στις ζωές που αξιολογούνται ως ανάξιες να βιωθούν, αλλά αφορά στις ζωές όλων μας. Γιατί οι ζωές όλων μας θα πρέπει να συμπτυχθούν και να ακρωτηριαστούν, να περιέλθουν σε εκείνη την κατάσταση της υποταγής στα κανονιστικά μοντέλα και τα πρότυπα της “ζωής του Έλληνα”, προκειμένου η εξουσία να της αναγνωρίζει αξία και να μας επιτρέπει να τις βιώνουμε.


Απ’ την Αθήνα στην Καμπούλ


Η φράση “γίναμε Καμπούλ”, λέγεται πολύ συχνά τα τελευταία χρόνια, την είπε ακόμα και ο “υπουργός Προστασίας του Πολίτη” πριν από κάποιους μήνες, για να απεικονίσει αυτό που ονομάζεται “ανασφάλεια του Έλληνα πολίτη”. Δεν πρόκειται για μια δημοσιογραφική εξυπνάδα, αλλά για ιδεολογική τοποθέτηση. Το νόημα αυτής της φράσης (της οποίας η πατρότητα ανήκει στην ακροδεξιά, αλλά μπορεί να ειπωθεί το ίδιο εύκολα από οποιονδήποτε πολιτικό του μεσαίου χώρου – αριστερού ή δεξιού), είναι ότι η παρουσία των προσφύγων – μεταναστών από τη Μέση Ανατολή και κυρίως από το Αφγανιστάν, έχει αλλάξει τα χαρακτηριστικά του τρόπου ζωής των Ελλήνων. Οι άνθρωποι αυτοί απειλούν τη ζωή “μας” γιατί έχουν μεταφέρει στις πόλεις μας τις συνθήκες που επικρατούν στις πόλεις απ’ όπου έφυγαν. Μετά το θάνατο του μικρού Αφγανού η φράση “γίναμε Καμπούλ” χρησιμοποιήθηκε για να εικονογραφήσει την τραγωδία της οικογένειας των Αφγανών: η Αθήνα είναι μια πόλη που έχει τους ίδιους κινδύνους με αυτούς που προσπάθησε να αποφύγει η οικογένεια εγκαταλείποντας την Καμπούλ. Αυτή η εντυπωσιακή μετατόπιση νοήματος, όπου οι Αφγανοί από υπεύθυνοι της μετατροπής της Αθήνας σε Καμπούλ, παρουσιάζονται σε θύματα αυτής της μετατροπής, δεν αλλάζει το ιδεολογικό περιεχόμενο της φράσης. Είτε με τον ένα είτε με τον άλλο τρόπο, οι Αφγανοί αποτελούν έναν σταθερό άξονα γύρω απ’ τον οποίο διαμορφώνεται κάποιο νόημα.
Το νόημα αυτής της φράσης, αναπαράγει, αντανακλά και παράγει μια ρατσιστική ερμηνεία – κατανόηση της πραγματικότητας, σύμφωνα με την οποία οι πρόσφυγες-μετανάστες ευθύνονται για πραγματικές, αλλά και φανταστικές απειλές εναντίον της “ελληνικής κοινωνίας”. Ως εκ τούτου δεν θα είχε μεγαλύτερη αξία από άλλες ρατσιστικές διατυπώσεις του στιλ: “οι Αλβανοί μας παίρνουν τις δουλειές” κτλ. Στην πραγματικότητα όμως το νόημά της διχάζεται ανάμεσα σε δύο σημασίες, εκ των οποίων η δεύτερη παραμένει λανθάνουσα (ή απωθημένη, αν προτιμάται) και γι’ αυτό είναι πιο αληθινή. Με τη φράση: “η Αθήνα έγινε Καμπούλ” επιχειρείται να αποκρυφτεί ότι, πριν “γίνει η Αθήνα, Καμπούλ” (πριν έρθουν δηλαδή στην Ελλάδα οι Αφγανοί πρόσφυγες) η Καμπούλ έγινε Αθήνα. Ελληνικό εκστρατευτικό σώμα συμμετέχει στην νατοϊκή κατοχή του Αφγανιστάν και είναι συνυπεύθυνο για τις μαζικές δολοφονίες Αφγανών στη χώρα τους, για τις καταστροφές ολόκληρων περιοχών, την εκδίωξη των κατοίκων τους και την καταλήστευση της χώρας. Οι Αφγανοί έρχονται στην Ελλάδα (και καλά κάνουν) για να γλιτώσουν από την πείνα και τον πόλεμο που επέβαλλαν στο Αφγανιστάν οι νατοϊκές δυνάμεις, μεταξύ των οποίων και οι ελληνικές. Η παρουσία τους εδώ, καθιστά τους ιμπεριαλιστικούς πολέμους μία απτή πραγματικότητα και όχι απλώς ένα θέαμα της τηλεόρασης. Μεταφέρει τον ιμπεριαλιστικό πόλεμο μέσα στην καρδιά των ιμπεριαλιστικών μητροπόλεων κι αυτή την πραγματικότητα θέλουν να αποκρύψουν με φράσεις του τύπου: “γίναμε Καμπούλ”. Οι ιμπεριαλιστικοί πόλεμοι εναντίον του λαού του Αφγανιστάν (όπως και του Ιράκ και της Παλαιστίνης κτλ) αναπαράγονται δίπλα μας, μέσα στις πόλεις μας, με τη μορφή της καταδίωξης, της καταπίεσης, της άγριας εκμετάλλευσης των Αφγανών που φεύγουν από το Αφγανιστάν για να γλιτώσουν ακριβώς από αυτή την κατάσταση. Γι’ αυτό και οι αντιιμπεριαλιστικές υποχρεώσεις του κινήματος δεν μπορεί να εξαντλούνται στην καταδίκη αυτών πολέμων. Σήμερα, μία σημαντική υποχρέωση των αντιιμπεριαλιστών (εξίσου σημαντική με την καταδίκη των ιμπεριαλιστικών πολέμων), είναι η υπεράσπιση των δικαιωμάτων των ανθρώπων που φεύγουν για να γλιτώσουν από τους πολέμους που εξαπολύουν οι ιμπεριαλιστές (συμπεριλαμβανομένου και του ελληνικού ιμπεριαλισμού).
Και τελικά νομίζω, αν υπάρχει ένας τρόπος για να πενθήσει κανείς το θάνατο του Αφγανού εφήβου, δεν είναι αυτός που επιβάλλει η εξουσία, κατασκευάζοντας γι’ αυτόν (μετά το θάνατό του) μια ζωή, η οποία υποτίθεται μπορεί να αναγνωριστεί από “εμάς” ως “κανονική” και παρόμοια με τις “δικές μας”. Θα πρέπει να επιμείνουμε να βλέπουμε τον μικρό Αφγανό όχι ως μια εξαίρεση που δικαιολογεί τα μετά θάνατον προνόμια που του παρέχει η εξουσία, αλλά ως τυπικό παράδειγμα μιας μάζας ανθρώπων των οποίων οι ζωές μπορούν να αφαιρεθούν πολύ εύκολα, τόσο εύκολα, ώστε σιγά-σιγά να θεωρείται κάτι το “κανονικό”. Ο αγώνας ενάντια σε αυτήν την κανονικότητα της βίας με την οποία επιβάλλεται η κυριαρχία της άρχουσας τάξης, θα πρέπει νομίζω να είναι η στάση μας απέναντι σε κάθε δολοφονία του οποιοδήποτε μετανάστη και πρόσφυγα, όπου κι αν συμβαίνει.

»

ΘΑΝΑΤΟΙ ΒΑΣΙΛΕΩΝ

www.tips-fb.com

Σε όλες τις περιπτώσεις, η απώλεια  ζωής των βασιλέων της Ελλάδας σηματοδότησε την έξαρση της δημοτικότητας του βασιλικού θεσμού, προσωρινή έστω, δημιουργώντας, όμως, σε κάποιες περιπτώσεις και προβλήματα διαδοχής. Το μελέτημα που ακολουθεί εστιάζει το ερευνητικό του ενδιαφέρον πιο πολύ στην ανθρώπινη πλευρά της πάλης του αδύναμου, έστω και βασιλικού, σαρκίου, με τον παντοδύναμο δρεπανηφόρο θεό του Κάτω Κόσμου.
Ο άνθρωπος, είτε φοράει βασιλική τήβεννο, είτε το απλό ένδυμα του «κοινού» ανθρώπου, μπροστά στο βιολογικό τέλος στέκει ανίσχυρος και περιδεής, εκδηλώνοντας κάποιες πλευρές του χαρακτήρα του που οδηγούν στη μετάσταση άλλοτε με αξιοπρέπεια, άλλοτε με δειλία και άλλοτε με συμπεριφορά ανάξια του ανθρώπου.

 Γεώργιος Α’: Θύμα ενός αναρχικού και ανισόρροπου δολοφόνου
Ο Γεώργιος Α’, αν του έπρεπε ένας φυσιολογικός θάνατος, θα ήταν ο πιο ευτυχισμένος βασιλιάς της Ελλάδας. Όμως κι έτσι, που χέρι δολοφονικό έκοψε βίαια το νήμα της μακρόχρονης ζωής του, πρόλαβε να ζήσει και να χαρεί τον υπερδιπλασιασμό των εδαφών του βασιλείου του, τη δόξα του μεγάλου γιου του στρατηλάτη Κωνσταντίνου, την κατάληψη θέσεων ηγετικών κι από άλλους γιους του, όπως την ανάληψη της διοίκησης της Θεσσαλονίκης από τον πρίγκιπα Νικόλαο κ.ά., χωρίς να λογαριάσουμε την αρμονική οικογενειακή ζωή του.
Ο Γεώργιος Α’, όσο συνεχίζονταν οι Βαλκανικοί Πόλεμοι, έσπευσε να εγκατασταθεί στη Θεσσαλονίκη, για να προσθέσει την εγγύηση της βασιλικής παρουσίας του σε μια νεοκαταληφθείσα πόλη νευραλγικής σημασίας, που την εποφθαλμιούσαν ακόμη οι Βούλγαροι. Ο άνακτας συνήθιζε κάθε απόγευμα, μετά το μεσημεριανό φαγητό, να κάνει τον περίπατό του, παίρνοντας στοιχειώδη μέτρα ασφαλείας. Το απόγευμα της μοιραίας 5ης/18ης Μαρτίου 1913, κάποιος Σερραίος, ονόματι Αλέξανδρος Σχινάς, διέλαθε της προσοχής της βασιλικής φρουράς, πλησίασε τον γηραιό βασιλιά από πίσω και τον πυροβόλησε με περίστροφο μια μόνο φορά. Όμως το τραύμα ήταν καίριο και ο πυροβοληθείς, μεταφερόμενος στο νοσοκομείο, εξέπνευσε. Ο δολοφόνος οδηγήθηκε στο Διοικητήριο και υποβλήθηκε σε παρατεταμένη και εξουθενωτική ανάκριση. Οι ανακριτικές αρχές ήθελαν να μάθουν ποια ήσαν τα κίνητρα του δράστη κι αν πίσω απ’ αυτόν κρύβονταν εντολείς ή ηθικοί αυτουργοί. Εκείνος σιωπούσε πεισματικά και μια από τις κατοπινές ημέρες ρίχτηκε από το παράθυρο του Διοικητηρίου και έδωσε τέρμα στη ζωή του.
Η άρνησή του να αποκαλύψει το «μυστικό» του τροφοδότησε τη λαϊκή φαντασία με την υποψία ότι πίσω από τον δράστη κρυβόταν βουλγαρική ενέργεια. Μετά τον Διχασμό, μάλιστα, διατυπώθηκε και η θεωρία, την οποία υποστήριξαν και κάποιοι σοβαροί μελετητές της ζωής των βασιλέων, ότι δολοφονία του βασιλιά ήταν η πραγματοποίηση ενός γερμανικού σχεδίου, να βγει από τη μέση ο αγγλόφιλος Γεώργιος και να ανεβεί στον θρόνο, ενόψει του πολέμου, ένας γερμανόφιλος βασιλιάς, ο Κωνσταντίνος. Αλλά γιατί να εξοντωθεί ο γηραιός Γεώργιος, όταν όλοι γνώριζαν ότι είχε αποφασίσει να παραιτηθεί υπέρ του «σθεναρού» πρωτότοκου γιου του τον Οκτώβριο του 1913, όταν συμπληρωνόταν η πεντηκονταετηρίδα της βασιλείας του (η πρόθεση του άνακτα είχε διαρρεύσει, σύμφωνα με τα όσα γράφει στη βιογραφία του ο προσωπικός φίλος και βιογράφος του Ου. Κρίσμας).
Η αυτοκτονία του δολοφόνου Σχινά αγνωστοποίησε τα ελατήρια της δολοφονίας και έκανε πιο λογικοφανή την εξήγηση ότι ο δολοφόνος ήταν αναρχικός και σίγουρα ανισόρροπος, που το μόνο κίνητρο της πράξης του ήταν να αποκτήσει υστεροφημία από μιαν έστω ειδεχθή αλλά υψηλής στόχευσης πράξη. Ποιος λογικός άνθρωπος, εκτελεστής ενός σχεδίου και πληρωμένος φονιάς, δεν θα φρόντιζε να επιζήσει για να καρπωθεί τα οικονομικά οφέλη της πράξης του;
Η δολοφονία του πρώτου άρχοντα της χώρας είχε τις επιπτώσεις της. Κατ’ αρχήν, επειδή επιστεύετο ότι ο δολοφόνος ήταν ξένος και, το πιθανότερο, όργανο των Βουλγάρων, υπήρχε ένας οξύς ερεθισμός της κοινής γνώμης που αξίωνε αντίποινα εις βάρος του βουλγαρικού στοιχείου. Η ευτυχής έμπνευση του διοικητή της Θεσσαλονίκης πρίγκιπα Νικολάου να διαδοθεί από όργανα της Αστυνομίας και της φρουραρχίας, ότι ο δράστης είναι Έλληνας, συνετέλεσε στην εκτόνωση της κατάστασης.
Ο ίδιος ο πρίγκιπας, μέσω τηλεγραφημάτων, στη σύνταξη των οποίων βοήθησε ο φίλος του ανταποκριτής των «Τάιμς» Κρώφορντ–Πράις, ενημέρωσε τους πολλούς συγγενείς της βασιλικής οικογένειας στην Ευρώπη.
Τον διάδοχο του θρόνου, ενημέρωσε ο Βίκτωρ Δούσμανης. «Συνεκινήθη πολύ, έκλαυσε και έμεινε σιωπηλός», γράφει ο ίδιος. Αμέσως αναχώρησε, για λόγους ασφαλείας, μέσω Κρυονερίου για Θεσσαλονίκη «συγκινημένος και ωχρός», ενώ οι πάντες τον συλλυπούνταν, αλλά και τον συνέχαιραν. Η χήρα βασίλισσα Όλγα και οι βασιλόπαιδες μετέβησαν στη Θεσσαλονίκη με το ρωσικό πλοίο «Ουράλετς». Ο νέος βασιλιάς ορκίστηκε σε έκτακτη συνεδρίαση της Βουλής (την ενδεκάτη πρωϊνή της 8ης/21ης Μαρτίου) και αμέσως αναχώρησε για τη Θεσσαλονίκη, με την «Αμφιτρίτη», τη βασιλική θαλαμηγό. Με το ίδιο πλοίο μεταφέρθηκε η σορός του νεκρού βασιλιά, συνοδευόμενη από τον βασιλιά Κωνσταντίνο και τη βασιλική οικογένεια (μεσημέρι της 12ης/25ης Μαρτίου). Την «Αμφιτρίτη» συνόδευαν ο «Πάνθηρ», η «Νέα Γενεά» και η «Σφενδόνη». Αλλά και πλοία των Μεγάλων Δυνάμεων.
Η κηδεία έγινε με εξαιρετική μεγαλοπρέπεια στις 20 Μαρτίου/2 Απριλίου. Όλη η πρωτεύουσα είχε πλημμυρίσει από ανθρώπους οι οποίοι, παρά τη γενικότερη διάθεση χαράς για τη νίκη στους Βαλκανικούς και την εμπιστοσύνη που τους ενέπνεε ο νέος βασιλιάς, δεν μπορούσαν να κρύψουν τη θλίψη τους για την απώλεια ενός συνετού και σώφρονος εστεμμένου, ο οποίος γνώριζε άριστα τους Έλληνες, τους συμπαθούσε και πάσχισε για το καλό της χώρας, παρά το γεγονός ότι συχνά παρεξέκλινε από το αυστηρό πνεύμα της κοινοβουλευτικής βασιλείας. Ο βασιλιάς Γεώργιος Ε’ της Αγγλίας, όταν πληροφορήθηκε τη δολοφονία του, έγραψε: «...πολύ τρομερόν. Ήμουν αφοσιωμένος εις αυτόν, και θα είναι μεγάλη απώλεια για την Ελλάδα». Η εκτίμηση ότι, αν ζούσε ο Γεώργιος Α’, κατά την έναρξη του Πρώτου Παγκόσμιου Πολέμου, ίσως είχε αποφευχθεί ο Διχασμός, αποτελεί μια εκ των υστέρων δικαίωση.

Κωνσταντίνος Α’ : Το άδοξο τέλος ενός ένδοξου στρατηλάτη
Ο δαφνοστεφής στρατηλάτης των Βαλκανικών Πολέμων, Κωνσταντίνος, ο γερμανόφιλος συγγενής και θαυμαστής του κάιζερ, ο ενσαρκωτής της πολιτικής ουδετερότητας κατά τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο, ο ένας από τους δυο μοχλούς του επάρατου Διχασμού (ο άλλος μοχλός, ο Ελευθέριος Βενιζέλος), ο βασιλιάς που έφερε το «στίγμα» (όχι όμως και την ευθύνη) της Μικρασιατικής Καταστροφής, είχε άδοξο θάνατο. Θύμα κι αυτός της επανάστασης των συνταγματαρχών Ν. Πλαστήρα και Στ. Γονατά (με τη σύμπραξη του αντιπλοίαρχου Δ. Φωκά) υποχρεώθηκε να παραιτηθεί υπέρ του Διαδόχου και να εγκαταλείψει τη χώρα, δεύτερη φορά μέσα σε πέντε χρόνια (1917-1922). Του εστάλη μάλιστα και σχετικό τελεσίγραφο από τους επαναστάτες. Ο άλλοτε «σθεναρός» βασιλιάς, καταπονημένος σωματικά και ψυχικά, δεν έδειξε καμιά διάθεση αντίστασης· παραιτήθηκε και αναχώρησε οικογενειακά για το Παλέρμο, σε ξενοδοχείο του οποίου πέθανε ξαφνικά και άδοξα στις 29 Δεκ. 1922 (11 Ιαν. 1923) «ο με τόσα το έθνος θρέψας όνειρα, όταν εγεννήθη», όπως γράφει και ο Σπ. Μαρκεζίνης στην «Πολιτική Ιστορία της Νεωτέρας Ελλάδος» (τόμ. 4ος, σελ. 324). Η σορός του τοποθετήθηκε στην κρύπτη της Ρωσικής Εκκλησίας της Φλωρεντίας. Δεκατέσσερα χρόνια αργότερα, στις 17 Νοεμβρίου 1936, κατέπλευσε από το Μπρίντιζι στον Πειραιά το θωρηκτό «Αβέρωφ», με τα οστά του βασιλιά Κωνσταντίνου και των βασιλισσών Όλγας και Σοφίας, για να τοποθετηθούν στους βασιλικούς τάφους της Δεκέλειας. Η όλη τελετή είχε  οργανωθεί με προσωπική επιμέλεια του ίδιου του βασιλιά Γεωργίου Β’ και έγινε με πρωτοφανή για την Ελλάδα τάξη και μεγαλοπρέπεια. Υπήρξαν βέβαια κάποιες αντιδράσεις από την πλευρά μερίδας παλαιών δημοκρατικών, αλλά εξουδετερώθηκαν στη γέννησή τους. Πριν από τον ενταφιασμό οι σοροί, φερόμενες σε κιλλίβαντες πυροβόλου και συνοδευόμενες από ευζώνους της ανακτορικής φρουράς, μεταφέρθηκαν στον Μητροπολιτικό Ναό για λαϊκό προσκύνημα έξι ημερών. Την πομπή προς τη Δεκέλεια ακολούθησαν πεζή (εκτός από τις πριγκίπισσες) όλοι οι επίσημοι, με φράκο και παράσημα, από τη Μητρόπολη ως τη συμβολή της Πατησίων με τη Λεωφόρο Αλεξάνδρας. Από εκεί ως τη Δεκέλεια συνόδευαν την πομπή όσοι επρόκειτο να παραστούν στην τελετή της ταφής, δηλαδή ο διάδοχος Παύλος και οι βασιλόπαιδες Νικόλαος, Ανδρέας και Χριστόφορος, που αποτελούσαν την τιμητική φρουρά των σορών.
Περισσότερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι αρρώστιες που έφθειραν τον οργανισμό του και τον έφεραν βαθμιαία και νωρίς στον θάνατο και πιο συγκεκριμένα εκείνη του τέλους Απριλίου και των αρχών Μαΐου 1915. Σε περίοδο δηλαδή πολιτικής αστάθειας, με την κυβέρνηση του Δημητρίου Γούναρη να δίνει αγώνα επιβίωσης, εν μέσω πιέσεων των ευρωπαϊκών Δυνάμεων της Συνεννόησης (Αντάντ), να εξέλθει η χώρα μας από την ουδετερότητά της παρά το πλευρόν τους, διαφωνιών με τον άνακτα, και της προκήρυξης εκλογών για την 31η Μαΐου/13η Ιουνίου 1915.
 Την τελευταία λοιπόν εβδομάδα του Απριλίου (με το παλιό ημερολόγιο) ο βασιλιάς αρρωσταίνει από πλευρίτιδα. Στην αρχή η ασθένεια δεν εμπνέει ανησυχία, ο Κωνσταντίνος εξακολουθεί να εργάζεται και να συνεργάζεται, με πυρετό και χωρίς διάθεση. Επειδή η πλευρίτιδα του Κωνσταντίνου υποτροπίαζε συχνά και ήταν μια μόνιμη σχεδόν κατάσταση της υγείας του, πολλοί έγραφαν αναρωτώμενοι κατά πόσον οι εξάρσεις της νόσου τον επηρέαζαν στην ορθότητα των αποφάσεών του.
 Πολύτιμη πηγή για την κατάσταση της υγείας του βασιλιά και για την ατμόσφαιρα που επικρατούσε γύρω από τον ασθενούντα, είναι το «Ημερολόγιον» του εμπίστου του, Γεωργίου Στρέιτ. Απ’ αυτή την τόσο αξιόπιστη πηγή μαθαίνουμε ότι καθημερινά η υγεία του Κωνσταντίνου χειροτέρευε, με αποτέλεσμα τη μείωση του βουλητικού του ως την πλήρη αχρήστευσή του, τουλάχιστον για κάποιο χρονικό διάστημα. Η κατάσταση της υγείας του πέρασε από τρία στάδια. Κάθε μέρα χειροτέρευε, φτάνοντας στο σημείο να εμπνέει ανησυχίες:
«Ο Βασιλεύς δεν δεικνύει βελτίωσιν από χθες. Ο Αναστασόπουλος (ο προσωπικός ιατρός του βασιλέως) δεν μοι φαίνεται αρκετά ευχαριστημένος. Υπάρχει φαίνεται και η πνευμονική εστία ανησυχούσα τους ιατρούς. Ο πυρετός δεν είναι μέγας, αλλά δεν πίπτει διόλου. Η Βασίλισσα ουδέ στιγμήν αφίνει τον Βασιλέα, όστις επιθυμεί να έχη αυτήν διαρκώς πλησίον του» (σημείωση της 7ης/20ής Μαΐου 1915).
Του έγιναν παρακεντήσεις, οι οποίες τον ανακούφισαν προσωρινά, αλλά η αναμενόμενη θεαματική βελτίωση δεν ερχόταν. Ο λαός παρακολουθούσε τα ιατρικά ανακοινωθέντα με ιδιαίτερο ενδιαφέρον, γιατί ο βασιλιάς εξακολουθούσε να είναι δημοφιλής σε μεγάλη μερίδα του ελληνικού λαού. Ψάλλονται δεήσεις σε όλες τις εκκλησίες και τελικά αποφασίζεται η μεταφορά από την Τήνο της θαυματουργής εικόνας της Ευαγγελίστριας (13/26 Μαΐου). Η εικόνα έφτασε στον Πειραιά. Εκεί την υποδέχθηκε ο αρχιεπίσκοπος Αθηνών και Πάσης Ελλάδος και τη μετέφερε στη Μητρόπολη των Αθηνών ανάμεσα από ένα πλήθος που οδοιπορούσε με μεγάλη κατάνυξη, ακολουθώντας την εικόνα. Μετά το μεσημέρι της ίδιας ημέρας η εικόνα εκομίσθη στα ανάκτορα των Αθηνών και τοποθετήθηκε στο δωμάτιο του βασιλιά. Και συνεχίζει ο Γ. Στρέιτ:
«Εν τω μεταξύ περί τας  2 μ.μ. η πομπή της εικόνας φθάνει πλησίον των Ανακτόρων. Εξέρχονται δε εις προϋπάντησιν του Μητροπολίτου, φέροντος την εικόνα, μέχρι της οδού Ηρώδου ολόκληρος η Βασιλική Οικογένεια, συμπεριλαμβανομένων και των μικρών πριγκιπισσών, το Υπουργικόν Συμβούλιον και οι Αυλικοί. Το πλήθος γονατίζει όταν διέρχεται η Εικών και προσεύχεται με σιγαλήν φωνήν. Μόλις ως μέγας ψίθυρος ακούεται, δεκάδων χιλιάδων ανθρώπων, άνευ συνωστισμού περικυκλούντων τα Ανάκτορα..... Ο Διάδοχος συγκεκινημένος προχωρεί και παραλαμβάνει την εικόνα από των χειρών του Μητροπολίτου ―ην πάντες ασπάζονται― μεταφέρει δε αυτήν εις τα Ανάκτορα, όπου την παραδίδει εις την Βασίλισσαν, ίνα την εισαγάγη εις το δωμάτιον του Βασιλέως.....».
Στις 5 μ. μ. γίνεται γνωστό ότι έχει σημειωθεί βελτίωση στην κατάσταση της υγείας του βασιλιά και, κατά τη διάρκεια της νύχτας, ακόμη μεγαλύτερη. Στις 2.30, έσπασε εσωτερικά το απόστημα και άρχισε να τρέχει άφθονο πύον. Όλοι τότε μίλησαν για θαύμα. Ακόμη και οι γιατροί Μαρίνος Γερουλάνος, χειρουργός, και Αντώνιος Χρηστομάνος, παθολόγος, το παραδέχθησαν και ενημέρωσαν σχετικά τον πρωθυπουργό.
Μετά την ως «εκ θαύματος» μεταμεσονύκτια βελτίωση, ακολουθεί νέα επιδείνωση εξαιτίας αλλεπάλληλων επιπλοκών. Προσεκλήθησαν διαπρεπείς ξένοι ιατροί, ο παθολόγος και διευθυντής της Β’ ιατρικής κλινικής του Πανεπιστημίου του Βερολίνου, Φρειδερίκος Κράους και ο χειρουργός καθηγητής του Πανεπιστημίου της Βιέννης, Αντώνιος Άϊσελμπεργκ (23 Μαΐου/5 Ιουνίου). Και οι δυο είναι ανήσυχοι, περισσότερο ο Κράους, αλλά και οι Έλληνες μεγαλογιατροί. Ιδιαίτερα απαισιόδοξος είναι ο Κων. Μέρμηγκας. Αποφασίζεται να γίνει εγχείρηση. Μετά από λίγες μέρες η κρίση περνάει. Η τρίτη αυτή φάση της ανάρρωσης είναι βαρύτατη. Ο δε κλονισμός της υγείας του Κωνσταντίνου από τη νόσο εκείνη ανεπανόρθωτος (κατά τις εκτιμήσεις του Γ. Στρέιτ και του Επ. Μάλαινου). Ο Σπυρ. Μαρκεζίνης εκφράζει τη βεβαιότητα ότι ο κλονισμός αυτός άσκησε επίδραση στα γεγονότα που ακολούθησαν. Όταν ο έκπτωτος, μετά την 1/14 Ιουνίου 1917, βασιλιάς βρισκόταν στην Ελβετία αρρώστησε και πάλι βαρύτατα. Και το 1921, κατά την παραμονή του στην Προύσα, κινδύνευσε και πάλι σοβαρά από πλευρίτιδα. Και επιμένει ο Σπ. Μαρκεζίνης στην «Πολιτική Ιστορία» του:
«Ενδείκνυται ως εκ τούτου, ως και προηγουμένως ετονίσθη, εις την εκτίμησιν της δράσεως του Κωνσταντίνου από της περιόδου εκείνης να λαμβάνεται σοβαρώς υπ’ όψιν κάθε τι αφορών την υγείαν του ως επιβαρυντικόν σύνδρομον και των ψυχολογικών του αντιδράσεων. Πάντων δε το σπουδαιότερον η μνημονευθείσα συνέπεια εις την εξασθένησιν της θελήσεώς του».

Αλέξανδρος Α’: Το μοιραίο δάγκωμα μιας ερωτευμένης μαϊμούς
Ο ωραίος και αθλητικός γιος του Κωνσταντίνου και της Σοφίας, στον οποίο επιβλήθηκε να βασιλεύσει μετά τον Διχασμό, την πρώτη εξορία του πατέρα του και κατά τη διάρκεια της νικηφόρας «εξόδου» της Ελλάδας στον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο στο πλευρό των Συμμάχων (έξοχος πολιτικός ελιγμός του πρωθυπουργού Ελευθέριου Βενιζέλου, ο οποίος, αφενός μεν ήθελε να «κατευνάσει» την οργή των Αγγλογάλλων κατά του γερμανόφιλου βασιλιά Κωνσταντίνου, αφετέρου δε να κρατήσει «ζωντανή» τη συνταγματική μοναρχία στη χώρα μας, στο πρόσωπο ενός βασιλικού γόνου, διατεθειμένου να ακολουθήσει τη φιλοσυμμαχική πολιτική του) έμελλε να έχει απρόβλεπτο, «παράλογο» και τραγικό θάνατο.
Όλα άρχισαν ένα γελαστό πρωινό (17/30 Σεπτ. 1920) στο κτήμα του Τατοΐου. Ο Αλέξανδρος, ευτυχισμένος όσο ποτέ άλλοτε (είχε συμμετάσχει στα επινίκια μια νίκης των ελληνικών όπλων στην οποία είχε συμβάλει, είχε νυμφευθεί την αγαπημένη του αστή Ασπασία Μάνου, την «Μπίκα» του, με «κρυφό» γάμο και ανεμένετο να γίνει πατέρας σε λίγους μήνες· υπάρχει σχετική φωτογραφία σε παραλία των Σπετσών, στην οποία φαίνεται καθαρά ότι η «Μπίκα» είναι έγκυος) έκανε τον συνηθισμένο περίπατό του με την «Πακάρ» του, στο πίσω κάθισμα της οποίας ορθωνόταν υπερήφανο το αγαπημένο του αλσατικό λυκόσκυλο, ο «Φριτς», δώρο των Άγγλων στρατιωτών του βαλκανικού μετώπου προς τον βασιλέα. Είχε προηγηθεί ένα άγριο μάλωμα του Φριτς από το αφεντικό του, γιατί το λυκόσκυλο, παίζοντας τρελά, είχε παρασύρει και είχε σπάσει τον μεγάλο καθρέπτη του υπνοδωματίου του νεαρού άνακτα. Τώρα, όμως, άνθρωπος και ζώο είχαν συμφιλιωθεί και απολάμβαναν τον περίπατό τους. Το πεπρωμένο του βασιλιά τον οδηγεί στο ξύλινο σπιτάκι του Γερμανού Στουρμ, επόπτη του βασιλικού κτήματος. Ξαφνικά ο Φριτς πηδάει στο έδαφος και ορμάει εναντίον μιας θηλυκιάς μαϊμούς, ράτσας μαγώτος (magotos).
 Ο Αλέξανδρος κινείται αποφασιστικά να αποσπάσει τη μαϊμουδίτσα από το στόμα του λυκόσκυλου. Και τότε αισθάνεται ένα δυνατό πόνο ψηλά στην αριστερή γάμπα (τη γαστροκνημία, όπως την ονομάζει ο γιατρός βιογράφος του Αλέξ. Λ. Ζαούσης). Ήταν ο αρσενικός μαγώτος, ο Μόριτς, που όρμησε εξαγριωμένος να υπερασπιστεί την «αγαπημένη» του. Ο Αλέξανδρος έσπρωξε βίαια τη μαϊμού και αυτή τον δαγκώνει και στο χέρι. Ο βασιλιάς σφαδάζει από τους πόνους.
Το τραύμα στο χέρι είναι επιπόλαιο. Η δαγκωματιά όμως στο πόδι από τα δρεπανοειδή και μολυσμένα δόντια του Μόριτς είναι βαθιά και επικίνδυνη, όπως αποδείχθηκε. Το εξαγριωμένο ζώο του είχε μασήσει τη σάρκα. Ο Στουρμ σπεύδει και αποσπά τον μαγώτο από το κορμί του κάτωχρου βασιλιά που αισθάνεται δυνατούς πόνους. Ο Αλέξανδρος μεταφέρεται πρώτα στη «βίλα Στουρμ», όπου του προσφέρονται οι πρώτες βοήθειες κι έπειτα στην κρεβατοκάμαρά του στα Ανάκτορα Τατοΐου. Το τραύμα του ποδιού αιμορραγεί ακατάσχετα. Φροντίδα του βασιλιά είναι να μη διαρρεύσει το συμβάν και περιπέσει στη χλεύη εκείνων που θα ήσαν πρόθυμοι να σαρκάσουν το κωμικοτραγικό γεγονός ότι τον εστεμμένο τον δάγκωσε μαϊμού.
 Τηλεφωνεί μονάχα στον έμπιστό του υπολοχαγό Στέφανο Μεταξά και του ζητάει να του φέρει ένα γιατρό με άφθονο επιδεσμικό υλικό. Ο Μέρμηγκας, διακεκριμένος καθηγητής της χειρουργικής του Πανεπιστημίου Αθηνών (με λαμπρές σπουδές στη Γερμανία), φτάνει στο Τατόι και εξετάζει προσεκτικά τα τραύματα παρουσία και της Ασπασίας, η οποία έχει ειδοποιηθεί από το σπίτι του Ζαλοκώστα και έχει ανεβεί κι αυτή, ανήσυχη σφόδρα, στα ανάκτορα.
Ο Μέρμηγκας πλένει τα τραύματα με οινόπνευμα και βενζίνη που εθεωρείτο ως άριστο αντισηπτικό και συμμαζεύει τις πολτοποιημένες μυικές μάζες με γάζες εμποτισμένες στο ιώδιο. Ήταν ό,τι καλύτερο μπορούσε να κάνει σε μιαν εποχή που δεν υπήρχαν αντιβιοτικά. Το τραύμα του ποδιού παρουσιάζει φοβερή όψη με τις πολτοποιημένες σάρκες και τους «μασημένους» τένοντες. Ο νεαρός βασιλιάς έχει μπει σε μια επικίνδυνη περιπέτεια, η οποία, παρά τις σχεδόν υπεράνθρωπες προσπάθειες της επιστήμης, θα τον οδηγήσει στον θάνατο.
Δίνουμε όσο γίνεται πιο προσεκτικά τα βασικότερα στοιχεία τούτης της πορείας που κράτησε σε αγωνιώδη διέγερση το βασιλικό περιβάλλον, τους αυλικούς, τον ιατρικό κόσμο της Ελλάδας, αλλά και της Εσπερίας, την πολιτική ηγεσία και φυσικά τον ελληνικό λαό, που στην αρχή από ακριτομύθιες και στη συνέχεια από επίσημα ανακοινωθέντα παρακολουθεί συγκλονισμένος την περιπέτεια της υγείας του λαοφιλούς βασιλιά Αλέξανδρου. Πηγή μας το βιβλίο του Αλέξ. Λ. Ζαούση «Αλέξανδρος και Ασπασία», 1915-1920, Εκδόσεις Ωκεανίδα, Αθήνα 2002, όπου αξιοποιείται μια προγενέστερη πλούσια βιβλιογραφία.
Πρώτη νύχτα μετά το δάγκωμα: Ο Αλέξανδρος ξυπνάει από τους πόνους, αλλά το πρωί είναι απύρετος. Η μόνη αιτία ανησυχίας του γιατρού Μέρμηγκα η κάποια ερυθρότητα που διαπιστώνει, όταν αλλάζει τους επιδέσμους του τραύματος.
Τις τρεις επόμενες νύχτες: Ο ασθενής παρουσιάζει ανερχόμενο πυρετό που φτάνει ως τους 39ο .
Την πέμπτη ημέρα: Αναβλύζει από το τραύμα πύον. Για τον γιατρό, αυτό θεωρείται κακό σημάδι. Το μαθαίνει η κυβέρνηση και ιδιαίτερα ο Ελευθέριος Βενιζέλος, που έχει αδυναμία στον άνακτα, και καλείται συνέδριο με του κορυφαίους γιατρούς της χώρας (πέντε γιατροί στην αρχή και κατόπιν οκτώ). Κάθε μέρα το ιατρικό συμβούλιο εκδίδει δελτίο που δημοσιεύεται στον Τύπο. Η περιγραφή της νόσου είναι ακριβής αλλά υπάρχει πάντα και μια νότα αισιοδοξίας. Κατά τους μεγαλογιατρούς ο πυρετός και τα άλλα συμπτώματα οφείλονται σε περιορισμένη τοπική μόλυνση.
Ο μικροβιολόγος καθηγητής Κων. Σάββας εντοπίζει μέσα στο πύον και απομονώνει το μικρόβιο του στρεπτόκοκκου. Στο μεταξύ η φλεγμονή έχει αρχίσει να απλώνεται προς τους βουβωνικούς λεμφαδένες, τις λεγόμενες «ελιές» και οι χειρουργοί αναγκάζονται να διευρύνουν τα τραύμα της γάμπας, κάθε φορά και πιο πολύ. Οι οδυνηρές αυτές επεμβάσεις θα καταντήσουν εφιάλτης για τον ασθενή.
Δυο μέρες υστερότερα: Ο πυρετός φθάνει τους 40ο, ενώ η φλεγμονή δεν υποχωρεί, όπως αναμενόταν. Και τότε ο γιατρός Φωκάς εκφράζει τις υποψίες του, ό,τι ακριβώς δεν ήθελαν να ακούσουν οι γιατροί του ιατρικού συμβουλίου: «Κύριοι, βρισκόμαστε ενώπιον αρχομένης σηψαιμίας!». Αντιμετωπίζεται το ενδεχόμενο να κόψουν το πόδι του πιο ωραίου εστεμμένου της Ελλάδας, αλλά πρώτη αντιδρά η Ασπασία που δεν έχει λείψει στιγμή από το πλευρό του Αλέξανδρου, φορώντας λευκή στολή νοσοκόμας. Κυριολεκτικά είναι ο λευκός του, ο παρήγορός του άγγελος.
Σε τούτη την κρίσιμη φάση ο πιστός φίλος του Αλέξανδρου, Χρήστος Ζαλοκώστας, αναλαμβάνει πρωτοβουλίες. Σπεύδει στο σπίτι του Βενιζέλου και του εξηγεί λεπτομερώς την κατάσταση. Ο πρωθυπουργός διατάσσει να κληθεί επειγόντως από το Παρίσι ο Γάλλος καθηγητής Φερδινάνδος Βιντάλ, ειδικός στις λοιμώξεις.
Δεκατρείς ημέρες μετά την εκδήλωση της νόσου: Φτάνει στο Τατόι, με ελληνικό αντιτορπιλικό, μέσω Μπρίντιζι, ο Βιντάλ. Εξετάζει αμέσως τον Αλέξανδρο, ο οποίος παραδόξως την ημέρα εκείνη, παρουσιάζει μιαν έντονη αναλαμπή. Ο Παριζιάνος, όμως, γιατρός δεν ξεγελιέται. Στη συνάντηση με τους συναδέλφους του τους δηλώνει απερίφραστα ότι ο βασιλιάς δεν πρόκειται να ζήσει περισσότερο από τέσσερις ημέρες. Ο Βιντάλ βέβαια δεν μένει με σταυρωμένα χέρια. Εφαρμόζει τη μέθοδο του «αυτοεμβολίου», εμβολίου δηλαδή από το πύον του ασθενούς προς παραγωγή αντισωμάτων, που όμως αποτυγχάνει.
Εικοστή τρίτη ημέρα (10 Οκτωβρίου 1920 με το παλιό ημερολόγιο): Μετακαλείται ένας ακόμη σπουδαίος γιατρός της Εσπερίας, ο καθηγητής ― χειρουργός Πιερ Ντελμπέ. Ο Ντελμπέ βρίσκει τον Αλέξανδρο σε απελπτιστική κατάσταση. Η σηψαιμία έχει προσβάλει και τον ένα πνεύμονά του. Κάνει συνεχώς αιμοπτύσεις. Ο Ντελμπέ βεβαιώνεται και αυτός ότι ο άτυχος βασιλιάς έχει προσβληθεί από αναερόβιο στρεπτόκκοκο και, ως εκ τούτου, είναι καταδικασμένος (ο στρεπτόκοκκος και σήμερα ακόμη, εποχή των αντιβιοτικών, δύσκολα θεραπεύεται).
Νύχτα της 11ης προς τη 12η Οκτωβρίου: Ο Αλέξανδρος πέφτει σε κώμα. Με όση δύναμη του απομένει τραβάει την Ασπασία, που ξαγρυπνάει στο πλευρό του, και κρύβεται στην αγκαλιά της σαν τρομαγμένο παιδί.
Η δωδεκάτη Οκτωβρίου είναι η τελευταία ημέρα της ζωής του άτυχου βασιλιά. Με το ξημέρωμα βυθίζεται σε παραλήρημα. Βλέπει όνειρα, τα οποία εξηγεί στους γιατρούς με μισοσβησμένη φωνή. Πρώτα ονειρεύεται τον αγαπημένο του παππού Γεώργιο Α’ κι ύστερα τον πόλεμο (διατάσσει μάλιστα κατ’ όναρ τον υπασπιστή του Βασιλάκη Μελά να του φέρει το τελευταίο πολεμικό ανακοινωθέν). Έπειτα ζητάει από την Μπίκα του να του φωνάξει τον Μήτσο, τον οδηγό, κι όταν αυτός παρουσιάζεται, του δίνει εντολή να ετοιμάσει το αυτοκίνητο (για τον Μήτσο διαδόθηκε αργότερα πως δεν άντεξε τη μεγάλη θλίψη και αυτοκτόνησε).
Στις τέσσερις το απόγευμα ψιθυρίζει το όνομα της γυναίκας του «Μπίκα...» και αφήνει την τελευταία του πνοή. Η Ασπασία βγάζει μιαν απελπισμένη κραυγή:
―Αλέκο μου, πού μ’ αφήνεις.....
Την ίδια μέρα η κυβέρνηση εκδίδει και δημοσιεύει «διάγγελμα επί τω θανάτω του Βασιλέως Αλεξάνδρου». «Προς τον λαόν. Μετά βαθυτάτης οδύνης το Υπουργικόν Συμβούλιον αγγέλλει εις τον λαόν τον θάνατον της Α. Μεγαλειότητος του Βασιλέως Αλεξάνδρου, επελθόντα σήμερον, ώραν 4ην και 10’ μ.μ. Την οδύνην καθιστά οξυτέραν όχι μόνον τον νεαρόν της ηλικίας του αγαθού Βασιλέως, αλλά και το ότι δεν επέζησε να βασιλεύση Ελλάδος, ήτις τοσούτον εμεγαλύνθη επί των ημερών αυτού...». Στο ίδιο διάγγελμα γίνεται λόγος και για την ανάγκη αντικατάστασης του βασιλιά από αντιβασιλέα. Πράγματι, ο Ελευθ. Βενιζέλος κάλεσε τη Βουλή, αν και είχε διαλυθεί εν όψει των εκλογών της 1ης/14ης Νοεμβρίου 1920, η οποία εξέλεξε ως αντιβασιλέα τον δαφνοστεφή ναύαρχο Παύλο Κουντουριώτη (στις 15/28 Οκτ. 1920).
Μεγάλη ήταν η θλίψη των εξόριστων γονέων του Αλέξανδρου, στους οποίους ωστόσο δεν επετράπη να παραστούν στην κηδεία. Μονάχα στη γιαγιά του, τη βασίλισσα Όλγα, επετράπη να παρευρεθεί στις τελευταίες ώρες του εγγονού της. Δυστυχώς η θαλασσοταραχή δεν επέτρεψε στη γηραιά βασίλισσα να τον προλάβει ζωντανό. Έφτασε με καθυστέρηση είκοσι τεσσάρων ωρών. Τον είχαν ταριχεύσει και ντύσει με τη μεγάλη στολή. Το πρόσωπό του ήταν γαλήνιο. Όταν τον είδε η Όλγα ψιθύρισε: «... Τι ωραίος που είναι ο Αλέξανδρός μου... Το παιδί μου θ’ αναπαυθεί στον Παράδεισο... Το παιδί μου ήταν καλό...».
Η κηδεία έγινε λίγες μέρες αργότερα, στη Μητρόπολη των Αθηνών. Ο Αλέξανδρος θάφτηκε στο Τατόι, κοντά στον τάφο του αγαπημένου του παππού, του Γεώργιου Α’. Ο θάνατός του, τέλος, έγινε αντικείμενο άγριας εκμετάλλευσης από την πλευρά των ακραίων αντιβενιζελικών.
 Πολλοί διέδωσαν ότι ο θάνατος ήταν μια πράξη δολοφονίας, ως εάν ήτο εύκολο να στηθεί όλο αυτό το «σκηνικό», με την επίθεση του Φριτς κατά της μαϊμουδίτσας, την αυθόρμητη κίνηση του βασιλιά να τους χωρίσει και την επίθεση που δέχτηκε από τον Μόριτς, τον εξαγριωμένο σύντροφό της. Μια μάλιστα εφημερίδα, η «Νέα Ημέρα», έγραψε ότι ο Βενιζέλος είχε αναθέσει να εμβολιάσουν τον πίθηκο με λύσσα, για να δαγκώσει τον Αλέξανδρο. Ο Βενιζέλος, όταν το διάβασε, εξεμάνη και έδωσε εντολή να ασκηθεί δίωξη εναντίον του εκδότη!
»

Θάνατοι σε φυλακές και κρατητήρια

www.tips-fb.com
Παραθέτουμε κάποιους θανάτους κρατουμένων σε φυλακές και κρατητήρια που έχουν γίνει γνωστοί, δυστυχώς υπάρχουν πολλοί περισσότεροι που δεν μαθαίνονται… Παρακαλούμε στείλτε μας ό,τι άλλο γνωρίζετε σχετικά ώστε να γίνει μια όσο το δυνατόν πληρέστερη καταγραφή.

Σύμφωνα με τα στοιχεία του υπουργείου Δικαιοσύνης, κατά τη διάρκεια του 2007 σε σύνολο 11.120 κρατουμένων είχαμε 52 νεκρούς κρατούμενους (46 θάνατοι και 6 αυτοκτονίες). Από το 1998 (έως και το 2007) έχουν καταγραφεί 377 θάνατοι (από παθολογικά αίτια, από χρήση ναρκωτικών ουσιών και από εγκληματικές ενέργειες) και 28 αυτοκτονίες κρατουμένων. (http://www.enet.gr/online/online_text/c=112,id=33554824)(http://news.kathimerini.gr/4dcgi/_w_articles_ell_698041_12/02/2008_259035)

29 Απριλίου 2008: Θάνατος 41χρονου κρατουμένου στις Δικαστικές Φυλακές Ναυπλίου. (http://www.e-tipos.com/newsitem?id=34239)

Φεβρουάριος 2008: Θάνατος κρατουμένου από ρινορραγία κατά τη μεταγωγή του από τη Χίο στην Αθήνα. (http://www.enet.gr/online/online_text/c=112,id=33554824)

Φεβρουάριος 2008: Θάνατος κρατουμένου που είχε έρθει στις φυλακές Κορυδαλλού από τις φυλακές Πάτρας στο νοσοκομείο «Σωτηρία». (http://www.enet.gr/online/online_text/c=112,id=33554824)

Φεβρουάριος 2008: Αυτοκτονία του κρατουμένου πρώην άνδρα της Αννας Πετρίδη που βρέθηκε νεκρή στις γυναικείες φυλακές Κορυδαλλού στις 09/02/2008. (http://www.enet.gr/online/online_text/c=112,id=33554824)

18 Φεβρουαρίου 2008: Θάνατος 46χρονου κρατουμένου στις φυλακές Διαβατών Θεσσαλονίκης. (http://www.enet.gr/online/online_text/c=112,dt=19.02.2008,id=61810424)

9 Φεβρουαρίου 2008: Θάνατος της 39χρονης Αννας Πετρίδη, κρατουμένης στις γυναικείες φυλακές Κορυδαλλού. (http://www.enet.gr/online/online_text/c=112,id=56782184)

11 Νοεμβρίου 2007: Θάνατος του 48χρονου Νίκου Παπαδόπουλου, κρατουμένου στις δικαστικές φυλακές Κορυδαλλού. (http://www.in.gr/news/article.asp?lngEntityID=848168&lngDtrID=244)

26 Οκτωβρίου 2007: Θάνατος 31χρονου κρατουμένου στο πειθαρχείο της φυλακής Αλικαρνασσού Κρήτης. (http://www.in.gr/news/article.asp?lngEntityID=843606&lngDtrID=244)

12 Οκτωβρίου 2007: Απαγχονισμός 27χρονου Αφγανού κρατουμένου στις δικαστικές φυλακές Κορυδαλλού. (http://www.in.gr/news/article.asp?lngEntityID=839568&lngDtrID=244)

14 Αυγούστου 2007: Θάνατος δύο κρατουμένων στις φυλακές Κέρκυρας.
(http://www.in.gr/news/article.asp?lngEntityID=730738)

26 Ιουλίου 2007: Θάνατος δύο κρατουμένων 38 και 32 ετών στις φυλακές Μαλανδρίνου.
(http://www.in.gr/news/article.asp?lngEntityID=820127)

25 Ιουνίου 2007: Θάνατος του 21χρονου κρατουμένου Γιώργου Παντελίδη στις δικαστικές φυλακές Κορυδαλλού.

19 Ιουνίου 2007: Θάνατος 26χρονου κρατουμένου από τις δικαστικές φυλακές Κομοτηνής στα κρατητήρια της Υποδιεύθυνσης Μεταγωγών Θεσσαλονίκης από επιληπτική κρίση. (http://www.in.gr/news/article.asp?lngEntityID=810802&lngDtrID=244)

10 Ιουνίου 2007: Αυτοκτονία 57χρονου κρατουμένου στο ψυχιατρείο των φυλακών Κορυδαλλού. (http://www.ethnos.gr/article.asp?catid=5348&subid=2&pubid=114079)

29 Απριλίου 2007: Αυτοκτονία 28κρατουμένου στα κρατητήρια του Τ.Α. Μενεμένης. (http://www.enet.gr/online/online_text/c=112,id=51968684)

19 Απριλίου 2007: Θάνατος 45χρονου κρατουμένου από τις δικαστικές φυλακές Κομοτηνής στα κρατητήρια του Τμήματος Μεταγωγών Θεσσαλονίκης. (http://www.ethnos.gr/article.asp?catid=5348&subid=2&pubid=104602)

15 Απριλίου 2007: Αυτοκτονία 20χρονου Αλβανού στα κρατητήρια του Α.Τ. Ιλίου. (http://www.ethnos.gr/article.asp?catid=5348&subid=2&pubid=104110)

1 Απριλίου 2007: Θάνατος 26χρονου στην αγροτική φυλακή Αγιάς στα Χανιά (http://www.enet.gr/online/online_text/c=112,id=90576372).

30 Μαρτίου 2007: Θάνατος του 30χρονου κρατουμένου Νεκταρίου Τσολάκη στο ψυχιατρείο των φυλακών Κορυδαλλού. (http://www.enet.gr/online/online_text/c=112,dt=02.04.2007,id=60956116)

28 Μαρτίου 2007: Αυτοκτονία του 15χρονου Πολωνού Ματιέα Ντομίντ στο ψυχιατρείο των φυλακών Κορυδαλλού. (http://www.enet.gr/online/online_text/c=110,dt=30.03.2007,id=17656068)

Τέλος Μαρτίου 2007:
Θάνατος κρατουμένου στις φυλακές Κομοτηνής. (http://www.keli.gr/2007/04/blog-post_19.html)

27 Φεβρουαρίου 2007: Θάνατος 52χρονου Νίκου Σιψά στις δικαστικές φυλακές Ναυπλίου. (http://athens.indymedia.org/front.php3?lang=el&article_id=667917)

30 Μαρτίου 2006: Θάνατος 4 κρατουμένων μέσα στο κελί τους, το κελί 80 στην Δ΄ Πτέρυγα των φυλακών Κορυδαλλού (κάηκαν ζωντανοί). Νίκος Στρουμπάκος 44 ετών, Μαριάν Γκρέκα 38 ετών, Φανέλ Παντουράρου 34 ετών, Νικολάε Ράντου 30 ετών (http://tovima.dolnet.gr/print_article.php?e=B&f=14750&m=A31&aa=1)

26 Ιουνίου 2005:
Θάνατος του 36χρονου κρατουμένου Βασίλη Καραλευθέρη στα κρατητήρια του Τ.Α. Πτολεμαΐδας (http://www.enet.gr/online/online_text/c=112,dt=01.04.2007,id=61329444)

Ιούλιος 2005: Αυτοκτονία 24χρονου κρατουμένου στα κρατητήρια του ΑΤ Γιαννιτσών (http://www.enet.gr/online/online_text/c=112,dt=01.04.2007,id=61329444)

Απρίλιος 2005:
Θάνατος 2 κρατούμενων μέσα στο κελί τους από χρήση ναρκωτικών ουσιών. (http://news.kathimerini.gr/4dcgi/_w_articles_ell_299289_30/03/2007_221317)

6 Απριλίου 2005: Θάνατος του 25χρονου κρατούμενου Κυριάκου Ασβεστά στη Δικαστική Φυλακή Κορυδαλλού από υπερβολική δόση ναρκωτικών στο κελί του στην Γ’ πτέρυγα. (http://www.hri.org/news/greek/eragr/2005/05-04-07.eragr.html#02)

3 Απριλίου 2005: Θάνατος 45χρονου κρατούμενου από χρήση ναρκωτικών στο κελί του. (http://www.hri.org/news/greek/eragr/2005/05-04-07.eragr.html#02)

Φεβρουάριος 2003: Αυτοκτονία 36χρονου Σέρβου σε κρατητήρια ΑΤ στη Θεσσαλονίκη (http://www.enet.gr/online/online_text/c=112,dt=01.04.2007,id=61329444)

Ιανουάριος 2003: Θάνατος ισοβίτη μέσα στο κελί 41 στο ψυχιατρείο. Ο ιατροδικαστής εντόπισε μεγάλη ποσότητα τοξικών ουσιών. (http://news.kathimerini.gr/4dcgi/_w_articles_ell_299289_30/03/2007_221317)

31 Δεκεμβρίου 2002: Θάνατος 3 γυναικών κρατουμένων από χρήση «κοκτέιλ» ναρκωτικών ουσιών. (http://news.kathimerini.gr/4dcgi/_w_articles_ell_299289_30/03/2007_221317)

Φεβρουάριος 2002: Δολοφονία του Αλβανού Κωνσταντίν Πάπα μέσα στο κελί του. (http://news.kathimerini.gr/4dcgi/_w_articles_ell_299289_30/03/2007_221317)

28 Ιανουαρίου 2002: Δολοφονία του Θ. Γρηγοράκου μέσα στο κελί του όταν συγκρατούμενός του έριξε υδροκυάνιο στο φαγητό του. (http://news.kathimerini.gr/4dcgi/_w_articles_ell_299289_30/03/2007_221317)

Φεβρουάριος 2001: Θάνατος 47χρονου Ρουμάνου Κον. Κατούρ κρατουμένου στο ΤΑ Πετραλώνων. (http://www.enet.gr/online/online_text/c=112,dt=01.04.2007,id=61329444)

Μάρτιος 2000: Αυτοκτονία 51χρονου κρατουμένου σε κρατητήρια ΑΤ (http://www.enet.gr/online/online_text/c=112,dt=01.04.2007,id=61329444)
»

Οι περίεργοι θάνατοι των αρχαίων σοφών μας

www.tips-fb.com
ΑΙΣΧΥΛΟΣ: Ο θρύλος ισχυρίζεται ότι ένας αετός πέρασε τη φαλάκρα του ποιητή για βράχο, και άφησε να πέσει πάνω στη φαλάκρα του μια χελώνα (έτσι σκοτώνει τις χελώνες ο αετός και μετά τις τρώει). Ο θρύλος προσθέτει ότι κάποιος χρησμός του είχε προειπεί: "Ουράνιον σε βέλος κατακτενεί". Αυτήν την εκδοχή πολλοί δεν την παραδέχονται.

ΑΙΣΩΠΟΣ: Τον Αίσωπο τον έστειλε ο βασιλιάς Κροίσος για να πάρει κάποιον χρησμό από το Μαντείο των Δελφών. Συκοφαντήθηκε όμως από τους παρευρισκόμενους στο μαντείο, ότι έκλεψε την ασημένια φιάλη του Θεού Απόλλωνα. Έτσι καταδικάστηκε να γκρεμιστεί από τους κατοίκους από την κορυφή του Παρνασσού Υάμπεια, πράγμα που έγινε.

ΑΝΑΚΡΕΩΝ: Κι εδώ ο θρύλος δίνει και παίρνει. Λέγεται, λοιπόν ότι ο Ανακρέων σκοτώθηκε από τον Ίππαρχο στην Αθήνα. Εμείς γνωρίζουμε ότι τον Ίππαρχο τον είχε σκοτώσει πριν από αυτή τη διάδοση ο Αρμόδιος. Άλλος θρύλος για το θάνατο του Ανακρέοντα λέει πως πνίγηκε από μια ρώγα σταφυλιού, αν αυτό δεν είναι σύγχυση με το θάνατο του Σοφοκλή.

ΑΝΑΧΑΡΣΙΣ: Ο προληπτικός αδερφός του βασιλιά της Σκυθίας Σαύλιος, επειδή νόμιζε ότι θέλει ο αδερφός του να μεταφέρει τη λατρεία των Ελευσινίων της Αθήνας στη Σκυθία, τον σκότωσε με τόξο, κατηγορώντας τον για ασέβεια.

ΑΡΧΙΜΗΔΗΣ: Φονεύθηκε κατά την άλωση των Συρακουσών από αγροίκο και βάρβαρο στρατιώτη, τον οποίο θέλησε να διώξει από το εργαστήριο του για να μην του διακόψει τις σκέψεις του, λέγοντας το γνωστότατο από τότε: "Μη μου τους κύκλους τάραττε".

ΒΙΑΣ: Βρήκε θάνατο στις επάλξεις του καθήκοντος, αφού μίλησε για πολλή ώρα , αν και υπέργηρος, υπερασπίζοντας κάποιον ενώπιον του δικαστηρίου, έγειρε, μετά το τέλος του λόγου του, το κεφάλι του στην αγκαλιά του εγγονού του και πέθανε.

ΔΗΜΟΣΘΕΝΗΣ: Καταδικάστηκε με απαίτηση του Αντίπατρου σε θάνατο και κατέφυγε στο ναό του Ποσειδώνα στην Καλαυρία, ήπιε δηλητήριο και πέθανε.

ΕΥΡΙΠΙΔΗΣ: Πέθανε ξαφνικά στην Αρεθούσα, πολύ κοντά στην Αμφίπολη, κατασπαραγμένος από άγριους σκύλους του βασιλιά Αρχέλαου του οποίου ήταν φιλοξενούμενος.

ΖΗΝΩΝ: Υποβλήθηκε σε μαρτυρικό θάνατο από άγριο κοπάνισμα μέσα σε μεγάλο γουδί, ύστερα από διαταγή του τυράννου Ελέας Νέαρχου!

ΗΣΙΟΔΟΣ: Πήγε στη Λοκρίδα και έμεινε στο σπίτι κάποιου Μιλήσιου. Εκεί φονεύθηκε από τους γιους του Μιλήσιου, οι οποίοι νόμιζαν ότι ατίμασε την αδερφή τους και το σώμα του το έριξαν στη θάλασσα.

ΘΟΥΚΥΔΙΔΗΣ: Δολοφονήθηκε, διότι στρατηγεύοντας στην εκστρατεία της Αμφίπολης δεν μπόρεσε να σώσει την πόλη από τους Σπαρτιάτες και το στρατηγό τους Βρασίδα.

ΙΣΟΚΡΑΤΗΣ: Αυτοκτόνησε με θάνατο από ασιτία, μετά την ήττα των Αθηναίων στη Χαιρώνα.

ΠΕΡΙΑΝΔΡΟΣ: (Κορίνθιος) Παρανοϊκή μορφή φιλοσόφου, θέλοντας να εξαφανίσει, σε μεγάλη ηλικία, κάθε ίχνος του, διέταξε δυο έμπιστους σωματοφύλακες να παραφυλάξουν τη νύχτα ένα ορισμένο σημείο και να σκοτώσουν τον πρώτο διαβάτη που θα περνούσε από εκεί και αμέσως να τον θάψουν. Την ίδια εντολή είχε δώσει σε άλλους τέσσερις, να σκοτώσουν σε μικρή απόσταση τους δύο πρώτους, και σε άλλους οκτώ να σκοτώσουν σε μεγαλύτερη απόσταση τους τέσσερις προηγούμενους! Η διαταγή εξετελέσθη και έτσι έμεινε άγνωστος ο τάφος του Περίανδρου, διότι ο διαβάτης που πέρασε από εκεί μεταμφιεσμένο σε χωρικό ήταν ο ίδιος ο Περίανδρος!

ΠΟΛΥΒΙΟΣ: Πέφτοντας από το άλογο του με πολλά τραύματα άφησε την τελευταία του πνοή.

ΠΥΘΑΓΟΡΑΣ: Κάηκε μέσα στο σπίτι του από τη φωτιά που έβαλε ο Κύλων με μια ομάδα επαναστατών.

ΣΑΠΦΩ: Γκρεμίστηκε από ένα βράχο στο ακρωτήριο Λευκάτα (στη Λευκάδα), ύστερα από ερωτική απογοήτευση που δοκίμασε τον ωραίο αλλά ακατάδεχτο ναυτικό Φάωνα.

ΣΟΦΟΚΛΗΣ: Πνίγηκε καταπίνοντας μια ρώγα σταφυλιού.

ΣΩΚΡΑΤΗΣ: Καταδικάστηκε από το Αθηναϊκό δικαστήριο σε θάνατο με κώνειο. (Μετά την απόφαση που τον καταδίκαζε να πιει το κώνειο, οι φίλοι του είπαν στον Σωκράτη:

-"Οι Αθηναίοι σε καταδίκασαν σε θάνατο"!

Κι ο Σωκράτης απάντησε:

-"Κι αυτούς τους καταδίκασε η φύση".

Με 281 ψήφους εναντίον 275, δηλαδή με πλειοψηφία 6 μονάχα ψήφων, ο Σωκράτης κηρύχτηκε ένοχος. Οι δικαστές τον ρώτησαν ποια ποινή προτιμούσε να του επιβληθεί και εκείνος ζήτησε με κάποια ειρωνεία, μια τιμητική αμοιβή. Τους απάντησε: "Να σιτίζομαι στο Πρυτανείο".)

ΧΙΛΩΝ: Πέθανε σε πολύ μεγάλη ηλικία στην Πίσα από υπερβολική χαρά, που του δημιουργήθηκε όταν αγκάλιασε το γιο του, που επέστρεψε από την Ολυμπία νικητής στο αγώνισμα της πυγμαχίας.
»